Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος - Δὲ γυρεύω ξένο


Δὲ γυρεύω ξένο, δὲ ρωτάω κρυφό,
δὲ γυρεύω χάρη.
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.

Καὶ δὲν ἦταν οὔτε ξωτικιὰ

καὶ δὲν ἦταν χέρια
κι ἦταν ἕνα βράδυ πού ῾παιζαν θολὰ
στὸ γιαλὸ τ᾿ ἀστέρια.

Κι ἦρθε ἕνας ἀγέρας κι ἦρθ᾿ ἕνας βοριὰς

κι ἦρθ᾿ ἕνα σκοτάδι,
-ὢ ἀδερφή, χαμένο κάποιο θησαυρὸ
ποὺ θρηνοῦμ᾿ ὁμάδι.

Μὲς στὸ κῦμα ἀνοίγει δρόμο μυστικὸ

δείχνει τὸ φεγγάρι...
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχή,
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.