Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Joe Dassin - Κι αν δεν υπήρχες εσύ - Et Si Tu N'existais Pas

Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Πες μου γιατί να υπήρχα εγώ
Για να σέρνομαι σ' ένα κόσμο χωρίς εσένα
Χωρίς ελπίδα και χωρίς λύπη
Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Θα προσπαθούσα να εφεύρω την αγάπη
Όπως ένας ζωγράφος που βλέπει κάτω απ' τα ακροδάχτυλά του
Να γεννιούνται τα χρώματα της μέρας
Και του φαίνεται απίστευτο

Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Πες μου για ποιόν εγώ να υπήρχα
Περαστικές γυναίκες κοιμισμένες στην αγκαλιά μου
Που δε θ' αγαπήσω ποτέ
Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Δε θα ήμουν παρά μια κουκίδα
Μέσα σ' ένα κόσμο που πάει κι έρχεται
Θα ένιωθα χαμένος
Θα είχα ανάγκη εσένα

Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Πες που πώς εγώ θα υπήρχα
Θα μπορούσα να υποκριθώ πως είμαι εγώ
Μα δε θα ήταν η αλήθεια
Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Πιστεύω πως θα είχα βρει
Το μυστικό της ζωής, το γιατί
Απλά για να σε δημιουργήσω
Και για να σε κοιτάζω

Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Πες μου γιατί εγώ να υπήρχα
Για να σέρνομαι σ' ένα κόσμο χωρίς εσένα
Χωρίς ελπίδα και χωρίς λύπη
Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Θα προσπαθούσα να εφεύρω την αγάπη
Όπως ένας ζωγράφος που βλέπει κάτω απ' τα ακροδάχτυλά του
Να γεννιούνται τα χρώματα της μέρας
Και του φαίνεται απίστευτο

Et Si Tu N'existais Pas

Et si tu n'existais pas
Dis-moi pourquoi j'existerais
Pour traîner dans un monde sans toi
Sans espoir et sans regret
Et si tu n'existais pas
J'essaierais d'inventer l'amour
Comme un peintre qui voit sous ses doigts
Naître les couleurs du jour
Et qui n'en revient pas

Et si tu n'existais pas
Dis-moi pour qui j'existerais
Des passantes endormies dans mes bras
Que je n'aimerais jamais
Et si tu n'existais pas
Je ne serais qu'un point de plus
Dans ce monde qui vient et qui va
Je me sentirais perdu
J'aurais besoin de toi

Et si tu n'existais pas
Dis-moi comment j'existerais
Je pourrais faire semblant d'être moi
Mais je ne serais pas vrai
Et si tu n'existais pas
Je crois que je l'aurais trouvé
Le secret de la vie, le pourquoi
Simplement pour te créer
Et pour te regarder

Et si tu n'existais pas
Dis-moi pourquoi j'existerais
Pour traîner dans un monde sans toi
Sans espoir et sans regret
Et si tu n'existais pas
J'essaierais d'inventer l'amour
Comme un peintre qui voit sous ses doigts
Naître les couleurs du jour
Et qui n'en revient pas

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Γεώργιος Βιζυηνός - Αποχωρισμός
«... μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ!»

They were waiting for him at the end of the jetty
Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς, γεννιέται μπόρα φοβερή,
με παίρνουν, μάνα, σαν φτερό, σαν πεταλούδα τρυφερή,
και δεν μπορώ να κρατηθώ,
μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ!

Βογγούν του κόσμου τα στοιχειά, σηκώνουν κύμα βροντερό·
θαρρείς ανάλειωσεν η γη και τρέχ' η στράτα, σα νερό,
και γω το κύμα τ' ακλουθώ
Μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ!

Όσες γλυκάδες και χαρές μας περιχύν' ο ερχομός,
τόσες πικράδες και χολές μας δίν' ο μαύρος χωρισμός!
Ωχ! Ας ημπόργα να σταθώ…
Μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

Πλάκωσε γύρω καταχνιά, κι ήρθε στα χείλη μ' η ψυχή!
Δος με την άγια σου δεξιά, δος με συντρόφισσαν ευχή,
να με φυλάγει μη χαθώ,
μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ!

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Γράμμα

Girl Writing With Giant Pencil In Windy Window Room
Wallpaper Gallery: Situations
Δὲν ἔχω ἕνα φύλλο ἀπ᾿ τὰ παλιὰ πράσινα δέντρα.

Σοῦ γράφω τὴ λύπη μου σ᾿ αὐτὸ τὸ χαρτί.
τόσο ἐλαφριὰ ποὺ νὰ στὴ φέρει ὁ ἄνεμος,
τόσο καλὴ καὶ τρυφερὴ ποὺ νὰ μὴ παραξενευτεῖ ὁ ἥλιος,
εὐγενικὴ σὰν τὴ σιωπὴ ποὺ περπατεῖ στὸ χορτάρι
τὴ νύχτα, ἁπλὴ καὶ καθαρὴ σὰν τὸ νεράκι ποὺ τρέχει
καὶ δὲ μαντεύεις πὼς τὸ γέννησε ἡ χτεσινὴ καταιγίδα.

Πολλοὶ σκοτώθηκαν. Πολλοὶ ζοῦμε. Ὅλοι μας εἴμαστε
λαβωμένοι. Εἶναι βαρὺς ἀπὸ τὸν πόνο μας ὁ κόσμος.

Μὲ τὴ σιωπὴ τῆς θάλασσας θὰ λάβεις τὴ λύπη μου.
Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ αἰώνιό μου Μή με λησμόνει!
Εἶναι ἕνα φῶς διπλωμένο ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα μικρὸ συννεφάκι.
Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ ἀρνάκι, μιὰ κ᾿ εἶσαι κοντὰ στὸ θεό,
νὰ τ᾿ ὁδηγήσεις σ᾿ ἕνα πράσινο κῆπο του.

Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ βρέφος μὲ τὸ τσακισμένο ποδαράκι.
Ἀνεβασέ το στὸ παράθυρο μὲ τὸν αὐγερινό,
κοντὰ στὸν κόσμο, κοντὰ στὸ ὄνειρο,
κοντὰ στὴν καλοσύνη σου, ποὺ εἶναι ζεστὴ σὰ μιὰ ἀνάσα μητέρας,
κοντὰ στὸ τζάκι ποὺ ὀνειρεύεσαι μὲ τὸ χέρι στὸ μέτωπο
τὴν εὐτυχία τοῦ πεινασμένου, τοῦ στρατιώτη, τοῦ ἄρρωστου.
Βάλτο κοντὰ στὴν πράσινη σημαία. Κοντὰ στὸ κόκκινο
ἄλογο. Στὴ μητέρα σου πλάι, ποὺ τριγυρισμένη
ἀπ᾿ τοῦ Γενάρη τοὺς σπουργῖτες, γνέθει τὴν ἐλπίδα.

Βάλτο κοντὰ στὸ στεναγμὸ τῆς φιλίας. Κοντὰ-κοντά.
Βάλτο νὰ κάτσει, κι ἄνοιχτου σὰν ἕνα γέλιο τὸ παράθυρο
νὰ ἰδεῖ τὸν κόσμο.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Τά πρόσωπα τῶν λουλουδιῶν

Small girl flucking flowers painting sketches photos
Γιά μι' ἀκόμη φορά, σταμάτησα
σήμερα κι ὥρα πολλή κοιτοῦσα
τό πρόσωπο ἑνός λουλουδιοῦ.
Βρῆκα τά μάτια του·
ἔσκυψα
μέσα του
κι ἔνιωσα
δέος.

Καί γιόμισα ἀγάπη
γιόμισα εὐλάβεια
γιόμισα ἄνθρωπο.



Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Τὸ παιδὶ μὲ τὴ φυσαρμόνικα

 Cosmin Vaida - Boy with Harmonika
Θὰ βγῶ στὸν κάμπο νὰ μαζέψω
τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ ἥλιου,
νὰ πλάσω τὶς ἀκτίδες του -τοῦτο τὸ καλοκαίρι-,
νὰ πλάσω τὶς ἀκτίδες του σὲ φύλλα γιὰ νὰ γράψω
τὸν οὐρανὸ καὶ τὸ τραγούδι σου, Ἑλληνόπουλο!
Γιατὶ τὸ χῶμα δὲ μὲ φτάνει! Δὲ μὲ φτάνει τὸ αἷμα μου!
Γιατὶ τὰ δάκρια μου δὲ φτάνουνε νὰ πλάσω τὸν πηλό μου!
Τί νὰ τὸ κάνω τὸ σπίτι μου; Ἔξω σὲ τραγουδᾶνε!
Ἔξω μιλοῦν γιὰ σένανε! Δέ μου φτάνει ἡ φωνή μου!
Θὰ τρέξω ἐκεῖ ποὺ σ᾿ ἄκουσα νὰ λὲς «Ὄχι» στὸ θάνατο.
Θὰ τρέξω ἐκεῖ ποὺ πήγαινες σφυρίζοντας ἀντίθετα
στ᾿ ἀστροπελέκι,ἀντίθετα στὴ διαταγὴ
καὶ στὸ γλυκὸ ψωμὶ τῆς γῆς! Ἀντίθετα
στὰ γαλανά σου μάτια ποὺ ἦταν γιὰ τὸν ἔρωτα!

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἐλεγεῖο πάνω στὸν τάφο ἑνὸς μικροῦ ἀγωνιστῆ

Child's tomb Hando Henno
Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου λέμε τ᾿ ὄνομά μας.
Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου σχεδιάζουμε τοὺς κήπους
καὶ τὶς πολιτεῖες μας
Πάνω στὸ χῶμα σου εἴμαστε. Ἔχουμε πατρίδα.
Ἔχω κρατήσει μέσα μου τὴ ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ὁ φαρμακερὸς ἦχος τοῦ πολυβόλου.
Θυμᾶμαι τὴν καρδιά σου ποὺ ἄνοιξε,
κ᾿ ἔρχονται στὸ μυαλό μου
κάτι ἑκατόφυλλα τριαντάφυλλα
ποὺ μοιάζουνε
σὰν ὁμιλία τοῦ ἀπείρου πρὸς τὸν ἄνθρωπο
-ἔτσι μας μίλησε ἡ καρδιά σου.
Κ᾿ εἴδαμε πὼς ὁ κόσμος εἶναι μεγαλύτερος,
κ᾿ ἔγινε μεγαλύτερος γιὰ νὰ χωρᾷ ἡ ἀγάπη.
Τὸ πρῶτο σου παιγνίδι: Ἐσύ.
Τὸ πρῶτο σου ἀλογάκι: Ἐσύ.
Ἔπαιξες τὴ φωτιά. Ἔπαιξες τὸ Χριστό.
Ἔπαιξες τὸν Ἀη-Γιώργη καὶ τὸ Διγενῆ.
Ἔπαιξες τοὺς δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ ποὺ κατεβαίνουνε
ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα.
Ἔπαιξες τὴ φωνὴ τῆς ἐλπίδας, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε φωνή.
Ἡ πλατεῖα ἦταν ἔρημη. Ἡ πατρίδα εἶχε φύγει.
Ἦταν καιρός! Δὲ βάσταξε ἡ καρδιά σου περισσότερο
ν᾿ ἀκοῦς κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη σου τ᾿ ἀνθρώπινα μπουμπουνιτὰ τῆς Εὐρώπης!
Ἄναψες κάτω ἀπ᾿ τὸ σακκάκι σου τὸ πρῶτο κλεφτοφάναρο...
Καρδιὰ τῶν καρδιῶν! Σκέφτηκες τὸν ἥλιο, καὶ προχώρησες...
Ἀνέβηκες στὸ πεζοδρόμιο κ᾿ ἔπαιξες τὸν ἄνθρωπο!


Από τη συλλογή «Η παραμυθένια πολιτεία» (1947)

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος υπήρξε ο πιο ανθρώπινος, ίσως, από τους νεοέλληνες ποιητές. Μεγάλος Ουμανιστής ανάλωσε τα ογδόντα του χρόνια στην υπηρεσία της πατρίδας και του λαού, του πολιτισμού, της γλώσσας με σπάνια αφιλοκέρδεια και ανεξικακία απέναντι στους διώκτες του. Στάθηκε πάντα όρθιος και παρών σε κάθε σημαντική στιγμή της πολιτικής, της κοινωνικής και της πνευματικής ζωής του τόπου.
Το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου περιλαμβάνεται στην συλλογή «Η παραμυθένια πολιτεία» (1947) και ανήκει στην δεύτερη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας (1939–1960), η οποία χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία και αγωνιστικότητα, ο ποιητής υμνεί τους αγώνες των Ελλήνων για την απόκτηση της εθνικής τους ανεξαρτησίας, συγκινείται ιδιαίτερα από την αυτοθυσία των νέων αγωνιστών και εκφράζει την πίστη του ότι ο αγωνιζόμενος άνθρωπος γίνεται ισότιμος με τον Θεό. Επίσης, κατά την περίοδο αυτή, ο ποιητής – απογοητευμένος από τη συντριβή των ιδεολογικών ιδανικών του – καταφεύγει στο παρελθόν, στα παιδικά χρόνια και στην πατρική γη.
Σύμφωνα με τον Θανάση Γκότοβο, ο οποίος μελέτησε σε βάθος το έργο του ποιητή, τα ποιήματα της περιόδου αυτής συνδέονται στην αρχή με την θαυμαστική στάση του ποιητή που οφείλεται σε ένα ξάφνιασμα μπροστά στο ψυχικό μεγαλείο του ανθρώπου, όπως αυτό πηγάζει από το πνεύμα της αυτοθυσίας και της ολοκληρωτικής αυτοπροσφοράς των αγωνιστών της αντίστασης στην υπόθεση του συνανθρώπου. Ο θαυμασμός του ποιητή μπροστά στην αφοβία και την αυτοθυσία των ανώνυμων απλών ανθρώπων και ιδιαίτερα των μικρών παιδιών θα τον οδηγήσει αρχικά στην υποκατάσταση του Θεού από τον αγωνιστή άνθρωπο και αργότερα στην θεοποίηση του ανθρώπου.
Το ποίημα αποτελεί έκφραση του συγκλονισμού που νιώθει ο ποιητής για το πνεύμα αυτοθυσίας των απλών μαχητών και ιδίως των παιδιών που έδωσαν την ζωή τους στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας κατά την περίοδο της κατοχής. Οι πράξεις τους αυτές τους ανυψώνουν και τους καθιστούν πρότυπα ανθρωπισμού και υπέρτατου χρέους.
Ο μικρός αγωνιστής είναι ανώνυμος γιατί ο ποιητής δεν θέλει να αναφερθεί σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά να λειτουργήσει η θυσία του μικρού αγωνιστή ως σύμβολο, καθολικοποιώντας την. Έχουμε έτσι μια σύντομη διαδικασία ατομικής περίπτωσης, που κλείνει όμως μέσα της μια θαυμαστή καθολικότητα, αφού το ατομικό πεπρωμένο του μικρού ήρωα μεταμορφώνεται, με την ανωνυμία του, σε σύμβολο που συμπεριλαμβάνει και το πεπρωμένο του καθένα μέσα.
Είναι γνωστό ότι ο Βρεττάκος είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα παιδιά. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στο Πεσταλότσι, στο Τρόγγεν των Ελβετικών Άλπεων, όπου βρίσκεται η Διεθνής Παιδούπολη που στεγάζει τα ορφανά παιδιά του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί, μαζί με τα παιδιά του ελληνικού σπιτιού, ζει αυτοεξόριστος ο ποιητής από τον Οκτώβριο του 1967, όταν εγκατέλειψε την Ελλάδα εξαιτίας της δικτατορίας, έως το 1970 που εγκαθίσταται στο Παλέρμο της Σικελίας.
Χαρακτηριστική είναι και οι αναφορές του στα παιδιά της κατοχής και στα παιδιά των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Στο ποίημα το οποίο θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε περιέχονται τα κύρια θεματικά μοτίβα και τα σημαντικότερα σύμβολα της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου.


Ξεκινώντας ο ποιητής χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, τονίζει πως ο τάφος του μικρού αγωνιστή είναι το σημείο απ’ όπου όλοι οι κατοπινοί αντλούν έμπνευση και θάρρος για να παλέψουν στις καινούργιες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Ελλάδα μετά την κατοχή. Πάνω στον τάφο του μικρού αγωνιστή ο ποιητής και όσοι συμφωνούν μ’ αυτόν σχεδιάζει τους κήπους και τις πολιτείες. Το χώμα του τάφου μέσα στον οποίο βρίσκεται ο μικρός αγωνιστής θα είναι το χώμα, το υλικό με το οποίο θα χτίσουμε την νέα πατρίδα αυτή που ονειρευτήκαμε κατά την διάρκεια της εθνικής αντίστασης. Είναι η καινούργια πολιτεία που δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά της παλιάς αλλά μια καινούργια στην οποία όλοι οι άνθρωποι θα είναι ίσοι και όπου θα κυριαρχεί η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη. Τα όνειρα για κοινωνική δικαιοσύνη που δεν πραγματοποίησε ο μικρός αγωνιστής αφού σκοτώθηκε νωρίς αγωνιζόμενος για τα ιδανικά του θα προσπαθήσουν να τα εκπληρώσουν αυτοί που μένουν πίσω και εμπνέονται από την θυσία του.

Ο κήπος συμβολίζει τον πλούτο και την ομορφιά, την πολυχρωμία που θα έχει ο καινούργιος κόσμος όπου θα μπορούν να ανθίζουν όλα τα λουλούδια, όπου θα κυριαρχεί η δικαιοσύνη της φύσης η οποία μοιράζει τα αγαθά της εξίσου σε όλα τα πλάσματά της.
Η νέα πολιτεία λοιπόν θα έχει τα χαρακτηριστικά ενός κήπου της Εδέμ όπου όπως οι πρωτόπλαστοι θα αρχίσει μια νέα ζωή για τους ανθρώπους και την ανθρωπότητα.

Πάνω λοιπόν σ’ αυτό το χώμα λέει ο ποιητής Είμαστε, υπάρχουμε ως άνθρωποι και αγωνιστές Έχουμε πατρίδα. Γιατί πατρίδα δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτοί που αγωνίστηκαν για να ζούμε εμείς σήμερα ελεύθεροι αυτοί που έδωσαν τα καλύτερα χρόνια τους και αρκετοί όπως ο μικρός αγωνιστής και την ζωή τους για την υπόθεση της ελευθερίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Στην επόμενη ενότητα ο ποιητής μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, ως αυτόπτης μάρτυρας του θανάτου του μικρού αγωνιστή και τονίζει πόσο τον συγκλόνισε ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου τον οποίο ήχο τον ακούει ακόμη και σήμερα μετά από καιρό να γυρίζει μέσα του μην αφήνοντας τον να ησυχάσει. Ο Βρεττάκος όπως είναι γνωστόν συμμετείχε στον ελληνοιταλικό πόλεμο και στην συνέχεια στην Εθνική Αντίσταση. Κινδύνευσε και ο ίδιος πολλές φορές να σκοτωθεί, άρα γνωρίζει από πρώτο χέρι τον θάνατο και την αγωνία του. 

Ο Βρεττάκος υπήρξε πάντα παρών στο πόστο του/ στη μέσα πύλη της Ελλάδας και στάθηκε αταλάντευτα ορθός/ με τη λόγχη του στίχου του/ευγενικός δακρυσμένος φρουρός/της ποίησης και της Ελευθερίας όπως γράφει ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος στο ποίημα που αφιέρωσε το 1974 στον Βρεττάκο.

Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε 

κι έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα


Το ρόδο-τριαντάφυλλο έχει χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα σε πολλά λογοτεχνικά, θεολογικά και λαογραφικά κείμενα. Ο Όμηρος αποκαλεί την Ηώ «ροδοδάκτυλον» (Ζ.175.Β1)` την θεά, που με τα δάκτυλα της ανοίγει τις πόρτες του ουρανού, για να περάσει το άρμα του Ηλίου. Είναι το Ιερό Άνθος των Ορφικών. Συμβολίζει την Ουράνια τελείωση, την ολοκλήρωση, το μυστήριο της ζωής, το κέντρο της καρδιάς. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι ο ποιητής συσχετίζει την καρδιά με το ρόδο. «Ρόδο το αμάραντο» αποκαλείται η Θεοτόκος από τον υμνωδό Ιωσήφ.
...........
Το ρόδο είναι επίσης το άνθος της απόλυτης ομορφιάς της χαράς και της ευτυχίας. Η ομορφιά του ρόδου σχετίζεται με την ομορφιά του νέου ο οποίος βρίσκεται στην πιο ωραία ηλικιακά περίοδο της ζωής, αυτής της νεότητας..
................
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.


Ο κόσμος λοιπόν μεγάλωσε τόσο όσο να χωρέσει η αγάπη. Ερχόμαστε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε ένα από τα βασικότερα μοτίβα της ποιητικής μυθολογίας του Βρεττάκου που είναι η έννοια της αγάπης. 

Ο ποιητής σύμφωνα με τον Ερατοσθένη Καψωμένο αναγνωρίζει μια ενιαία υπαρκτική ουσία στον άνθρωπο, τη φύση και το σύμπαν, η οποία αποκαλύπτεται ως αξία κοινωνική , φυσική και κοσμική. 
Η ουσία αυτή κατά τον Βρεττάκο είναι η αγάπη, που συνιστά το θεμέλιο της κοσμολογία και ανθρωπολογίας του. Αγαπώ άρα υπάρχω είναι το αξίωμα που συνοψίζει αυτή την οντολογία. 
Η αγάπη είναι η απλή και άπειρη ουσία που συνθέτει την ενότητα του Κόσμου, της ανθρώπινης καρδιάς με το ασύνορο Σύμπαν. Και που ορίζει τον προορισμό του ανθρώπου και του Κόσμου. Είναι ταυτόχρονα η ενοποιητική αρχή της φύσης και η ενοποιητική αρχή της κοινωνίας.

Μιλώντας ο Κ. Φράιερ, για το ίδιο θέμα τονίζει ότι ο Βρεττάκος «πιστεύει πως η αγάπη ως απολύτρωση, ως ανάσταση, ως έμφυτη δύναμη στον άνθρωπο, είναι αυτή που, τελικά, θα επιζήσει και θα κάνει άσπιλο ακόμα και το κακό».


Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.


Στην συνέχεια ο ποιητής αναφέρεται στα παιχνίδια που έπαιξε ο μικρός αγωνιστής από την βρεφική και παιδική ηλικία μέχρι να φτάσει να παίζει παιχνίδια με τον θάνατο και τελικά να σκοτωθεί από τα πυρά των εχθρών. 

Αξιοσημείωτο είναι εδώ να αναφερθούμε στα τρία πρόσωπα και την σημασία και την θέση που έχουν αυτά στην ποιητική μυθολογία του Βρεττάκου. 

Το πρώτο πρόσωπο είναι ο Χριστός. Σύμφωνα με τον ποιητή ο Χριστός μαζί με τον Προμηθέα είναι τα δύο σύμβολα της αυτοθυσιαστικής αγάπης, δύο πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν το μαρτύριο των ανιδιοτελών πρωτοπόρων. Τα πρότυπα που είχε ο μικρός αγωνιστής ήταν πρότυπα αγωνιστικά και αυτοθυσιαστικά κάτι που θα οδηγήσει και τον ίδιο αργότερα να θυσιάσει την ζωή του για την απελευθέρωση της πατρίδας. Όπως ο Χριστός θυσίασε το εξουσιαστικό εγώ για το σύνολο έτσι και ο μικρός αγωνιστής μέσα από την θυσία του καταστρέφει το δικό του πρόσωπο για να ενωθεί με όλην την ανθρωπότητα και να διαχυθεί σ’ αυτήν μέσω της θυσίας του.
Το δεύτερο πρόσωπο είναι πάλι από τον χώρο της θρησκείας. Είναι ο Αι-Γιώργης, από τους πιο αγαπητούς αγίους και των νεοελλήνων ποιητών αλλά και ιδιαίτερα του Βρεττάκου. Μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι στο κτήμα του Βρεττάκου στην Πλούμιτσα υπάρχει ναός που είναι αφιερωμένος στον Αι-Γιώργη. Ο ίδιος ο ποιητής στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο με τίτλο Οδύνη γράφει: «Πιο πάνω από το σπίτι μας, βρισκόταν το εκκλησάκι του Αι-Γιώργη, που ήταν δικό μας. Είχε τέσσερες μεγάλες εικόνες, από τις οποίες ο Αι- Γιώργης, με το ωραίο του άσπρο άλογο και η Παναγία με τα γλυκά της μάτια μου άρεσαν περισσότερο».
............
Ο Άγιος Γεώργιος δεν είναι απλά ένας άγιος, αλλά είναι και ένας ήρωας. Ο Ηρωισμός του εκδηλώνεται από τη νεαρή ηλικία, όπου μάχεται ενάντια στο φοβερό αυτοκράτορα Διοκλητιανό, και δε διστάζει να του πει: ”δε λογαριάζω τα αξιώματα, δε με συγκινούν οι δόξες και τα πλούτη, δε φοβάμαι το θάνατο”

Αυτά τα λόγια τον οδηγούν σε σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια, σε δοκιμασίες, που ο κάθε ήρωας, ο κάθε ιππότης πρέπει να περάσει. Αυτός λοιπόν ο ήρωας με την δυνατή καρδιά γίνεται το πρότυπο του νεαρού αγωνιστή να τα βάλει με το θηρίο που είναι το κάθε κακό και να φέρει σε πέρας την αποστολή του.

Το τρίτο πρόσωπο είναι ο Διγενής.
......................
Ο Διγενής συμβολίζει την διαχρονική γενναιότητα και ανδρεία των Ελλήνων που παλεύουν με τις αντιξοότητες και τους εχθρούς χωρίς ποτέ να ανέχονται την υποταγή. Η λαϊκή μούσα ξεχώρισε ...

............
περισσότερα εδώ: oanagnostis

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ὁ ἀγρὸς τῶν λέξεων
Nikiforos Vrettakos - Τhe field of words

Karen Margulis - 'The Field Where Dreams are Made'
Ὅπως ἡ μέλισσα γύρω ἀπὸ ἕνα ἄγριο
λουλοῦδι, ὅμοια κ᾿ ἐγώ. Τριγυρίζω
διαρκῶς γύρω ἀπ᾿ τὴ λέξη.

Εὐχαριστῶ τὶς μακριὲς σειρὲς
τῶν προγόνων, ποὺ δούλεψαν τὴ φωνή,
τὴν τεμαχίσαν σὲ κρίκους, τὴν κάμαν
νοήματα, τὴ σφυρηλάτησαν ὅπως
τὸ χρυσάφι οἱ μεταλλουργοὶ κ᾿ ἔγινε
Ὅμηροι, Αἰσχύλοι, Εὐαγγέλια
κι ἄλλα κοσμήματα.

Μὲ τὸ νῆμα
τῶν λέξεων, αὐτὸν τὸ χρυσὸ
τοῦ χρυσοῦ, ποὺ βγαίνει ἀπ᾿ τὰ βάθη
τῆς καρδιᾶς μου, συνδέομαι· συμμετέχω
στὸν κόσμο.
Σκεφτεῖτε:
Εἶπα καὶ ἔγραψα, «Ἀγαπῶ».


                                            

Nikiforos Vrettakos - Τhe field of words

Like the bee round a wild
flower, so am Ι. Ι prowl
continuously around the word.

Ι thank the long lines
of ancestors who moulded the voice.
Cutting it into links, they made
meanings. Like smelters they
forged it into gold and it became
Homer, Aeschylus, the Gospels
and other jewels.

With the thread
of words, this gold
from gold, which comes from the depths
of my heart, Ι am linked, Ι take part in
the world.
Consider:
Ι said and wrote, «Ι love».


translated by Marjorie Chambers

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Thomas Sterns Eliot — Οι κούφιοι άνθρωποι — The Hollow Men
Μετάφραση: Γιῶργος Σεφέρης

Shadow People, by CoyoteLoki
"Κύριο Κουρτς – πέθανε"
Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάη


Ι
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι
Που σκύβουμε μαζί
Καύκαλα μ' άχερα γεμάτα. Αλίμονο!
Οι σ τ ε γ ν έ ς μας φωνές
Σαν ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες και ασήμαντες
Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι
Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι
Μες στο ξερό μας το κελάρι.

Μορφή χωρίς σχήμα,
Σ κ ι ά δίχως χρώμα,
Παραλυμένη Δύναμη
Γνέψιμο χωρίς κίνηση˙

Εκείνοι που ταξίδεψαν
Με ί σ ι ε ς μ α τ ι έ ς ,
στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —α! θυμούνται—
όχι σα να' μαστε χαμένες
Παράφορες ψυχές, μα μοναχά
Οι κ ο ύ φ ι ο ι ανθρώποι
Οι π α ρ α γ ε μ ι σ μ έ ν ο ι ανθρώποι.

ΙΙ
Μ ά τ ι α που δεν μπορώ
ν' αντικρίσω στα ό ν ε ι ρ α
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Α υ τ ά δεν φανερώνονται:
Εκεί, τα μ ά τ ι α είναι
Η λ ι ο ς σε σπασμένη στήλη
Εκεί, ένα δέντρο σείεται
Και οι φωνές είναι
Στου αγέρα το τραγούδισμα
Πιό απόμακρες.. πιό επίσημες
Από τ' άστρο που σβήνει.

Ας μην έρθω κοντύτερα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Κι αν φορέσω ακόμη
Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα
Ποντικού, τομάρι, κόρακα πετσί,
σταυρωτά ραβδιά
Σ' ένα χωράφι
Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος
Όχι κοντύτερα—

Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα
στη δειλινή βασιλεία

ΙΙΙ
Τούτη είναι η π ε θ α μ έ ν η χ ώ ρ α
Τούτη είναι του κ ά κ τ ο υ η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνονται, εδώ είναι που δέχουνται
Την ικεσία του χεριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει.

Έτσι είναι τα πράγματα
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Την ώρα εκείνη
που τρέμεις τρυφερός
Χείλια που θα φιλούσαν
Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα.

IV
Δεν είναι εδώ τα μ ά τ ι α
Εδώ δεν είναι μ ά τ ι α
Στο λαγκάδι των άστρων που πεθαίνουν
Στο κ ο ύ φ ι ο αυτό λαγκάδι
Τούτη η σπασμένη σιαγών
απ'τις χαμένες βασιλείες μας

Στο τελευταίο τούτο συναπάντημα
Μαζί ψηλαφούμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Μαζεμένοι στην άκρη
του φουσκωμένου ποταμού

Χωρίς βλέμμα, εκτός
Αν ξαναφανούν τα μ ά τ ι α
Σαν τ'άστρο το αιώνιο
Το εκατόφυλλο ρόδο
Της δειλινής βασιλείας του θανάτου
Η ε λ π ί δ α μόνο
Άδειων ανθρώπων.

V
Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση το Φραγκόσυκο
Φραγκόσυκο
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε την αυγή

Ανάμεσα στην ι δ έ α
Και στο γεγονός
Ανάμεσα στην κίνηση
Και στη πράξη
Η Σ κ ι ά πέφτει

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ανάμεσα στη Σύλληψη
Και της δημιουργίας
Ανάμεσα στη Συγκίνηση
Και στην ανταπόκριση
Η Σ κ ι ά πέφτει

Η ζωή είναι μακριά πολύ
Ανάμεσα στον πόθο
και στον σπασμό
Ανάμεσα στη δύναμη
και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία
και στην κάθοδο
Η Σ κ ι ά πέφτει

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν η..

Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν β ρ ό ν τ ο
μα μ' ένα λ υ γ μ ό


Πηγή

Παρακάτω ακολουθεί η μελοποιημένη εκδοχή του ποιήματος 
από το συγκρότημα Ωχρά Σπειροχαίτη.

The Hollow Men

Mistah Kurtz-he dead
A penny for the Old Guy
I
We are the hollow men
We are the stuffed men
Leaning together
Headpiece filled with straw. Alas!
Our dried voices, when
We whisper together
Are quiet and meaningless
As wind in dry grass
Or rats' feet over broken glass
In our dry cellar

Shape without form, shade without colour,
Paralysed force, gesture without motion;

Those who have crossed
With direct eyes, to death's other Kingdom
Remember us-if at all-not as lost
Violent souls, but only
As the hollow men
The stuffed men.

II
Eyes I dare not meet in dreams
In death's dream kingdom
These do not appear:
There, the eyes are
Sunlight on a broken column
There, is a tree swinging
And voices are
In the wind's singing
More distant and more solemn
Than a fading star.
Let me be no nearer
In death's dream kingdom
Let me also wear
Such deliberate disguises
Rat's coat, crowskin, crossed staves

In a field
Behaving as the wind behaves
No nearer-
Not that final meeting
In the twilight kingdom

III
This is the dead land
This is cactus land
Here the stone images
Are raised, here they receive
The supplication of a dead man's hand
Under the twinkle of a fading star.

Is it like this
In death's other kingdom
Waking alone
At the hour when we are
Trembling with tenderness
Lips that would kiss
Form prayers to broken stone.

IV
The eyes are not here
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley
This broken jaw of our lost kingdoms

In this last of meeting places
We grope together
And avoid speech
Gathered on this beach of the tumid river

Sightless, unless
The eyes reappear
As the perpetual star
Multifoliate rose
Of death's twilight kingdom
The hope only
Of empty men.

V
Here we go round the prickly pear
Prickly pear prickly pear
Here we go round the prickly pear
At five o'clock in the morning.

Between the idea
And the reality
Between the motion
And the act
Falls the Shadow

For Thine is the Kingdom
Between the conception
And the creation
Between the emotion
And the response
Falls the Shadow

Life is very long
Between the desire
And the spasm
Between the potency
And the existence
Between the essence
And the descent
Falls the Shadow

For Thine is the Kingdom
For Thine is
Life is
For Thine is the
This is the way the world ends
This is the way the world ends
This is the way the world ends
Not with a bang but a whimper.

1. Mistah Kurtz: a character in Joseph Conrad's "Heart of Darkness."

2. A...Old Guy: a cry of English children on the streets on Guy Fawkes Day, November 5, when they carry straw effigies of Guy Fawkes and beg for money for fireworks to celebrate the day. Fawkes was a traitor who attempted with conspirators to blow up both houses of Parliament in 1605; the "gunpowder plot" failed.

3. Those...Kingdom: Those who have represented something positive and direct are blessed in Paradise. The reference is to Dante's "Paradiso".

4. Eyes: eyes of those in eternity who had faith and confidence and were a force that acted and were not paralyzed.

5. crossed stave: refers to scarecrows

6. tumid river: swollen river. The River Acheron in Hell in Dante's "Inferno". The damned must cross this river to get to the land of the dead.

7. Multifoliate rose: in dante's "Divine Comedy" paradise is described as a rose of many leaves.

8. prickly pear: cactus

9. Between...act: a reference to "Julius Caesar" "Between the acting of a dreadful thing/And the first motion, all the interim is/Like a phantasma or a hideous dream."

10. For...Kingdom: the beginning of the closing words of the Lord's Prayer. © by owner. provided at no charge for educational purposes

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση
«Μέσα Από Σένα»

THE SUN ROSE LIKE A DRAWN SWORD
Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα
.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.


Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα

Άλμπουμ: το αστέρι κι η ευχή 

Επεξεργασία βίντεο: Άρωμα Ψυχής 

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Βασιλική Δεδούση — Άστικτο δράμα


Δώσε ένα σολ και μετά ένα ντο
Σολ ντο
Παλάμες αταίριαστες στο χεράκι του χαριτωμένου
Κοριτσιού πάνω απ’ τα πλήκτρα
Πόσο μικρά είναι τα χέρια μου πονεμένα από την
Αδεξιότητά τους όχι άλλα τα πλήκτρα τα δικά μου

Αυτό που γίνεται στις χορδές κρύβει τα μυστικά
Της ομορφιάς από ιερόσυλα βλέμματα
Επιδέξια αγγίζει η ψυχή τα πλήκτρα της εκεί
Μέσα στο άδυτο των χορδών

Περιττά τα σκηνικά δυο καθίσματα ένα χαμηλό
Τραπέζι κεριά
Πάνω σε ένα πιάνο μεγάλο στη μέση
Θαυμάσια θα ταίριαζαν
Άδεια να ΄ναι η κατάμαυρη σκηνή χώρο
Θέλει ο πόνος
Ν΄ απλωθεί οι κραυγές να φτάνουν στο τώρα ζωντανές

Με μια κίνηση τα δίνεις όλα

Αγωνία θαυμασμός αποσιωπητικές παύσεις
Οργισμένες απορίες τέλος κομματιαστές ανάσες

Ένα μαντήλι η μόνη λευκή πινελιά πάνω στο μαύρο
Κάθε τόσο σφουγγίζει το παραλήρημα των ανοιχτών πληγών

Μια φράση μοχλός ανοίγει βαριές πύλες
Και κλείνουν σφραγίζουν τα ταραγμένα φρένα
Δεν την άντεξαν δεν αντέχουν όλοι τα ίδια
Η φράση έγινε ανοιχτή πύλη φρενοκομείου

Μάνα τα λόγια σου πρόσεχε πιότερο
Απ’ το ψωμί που δεν κάθεται στην καρδιά σου
Τα σχωρεμμένα λόγιαζες αμαρτωλά άλλο το ανόμημα
Να λες μετά δε το ‘θελα είναι άχρηστο και ανώφελο

Τέσσερις οκτάβες τρέμουν απ’ την αναμονή
Αγωνία των χορδών να δώσουν
Κατάμαυρο σκηνικό οι ψυχές απλωμένες
Ασφυκτιούν σε περιορισμένο χώρο
Τα φώτα δίνουν τη νότα την πρώτη
Ο φωτισμός δίνει ένα σολ και μετά ένα απρόσμενο ντο
Οι αχόρδιστες ψυχές ξυπνούν οι θύμισες στριμώχνονται
Να μπουν σε μια σειρά συγχορδίας
Σολ ντο
Μι ρε λα

Μήπως κάπως έτσι δεν αρχίζουν όλα

--------------
Εμπνευσμένο από «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Μ. Βιζυηνού, σε σκηνοθεσία Ηλία Λογοθέτη και παραγωγή της Θεατρικής Εταιρείας ΩΔΗ, στο Θέατρο της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Jorge Luis Borges - Ποίημα στους φίλους
Poema a los Amigos – A Poem to Friends

The friendship
πρώτη ανάρτηση: χαμομηλάκι

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσειςγια όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.
το παρελθόν ή το μέλλον σου.

Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.

Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.

Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.

Μόνο μπορώ
να σ' αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.

Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.

Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.


πηγή: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα,
μετάφρ. Δ. Καλομοίρης, Ελληνικά Γράμματα, 1995



A Poem to Friends – Jorge Luis Borges 


I cannot give you solutions to all life’s problems,
Nor do I have answers to your doubts or fears
But I can listen to you and share it with you
I cannot change neither your past nor your future.
But when you need me I’ll be by your side.
I cannot prevent you from stumbling
I can only offer you my hand to hold on to you so you won’t fall.
Your joys, your victories, your successes are not mine.
But I truly enjoy it when I see you happy.
I do not judge the decisions you take in life.
I constrain myself to support you, to stimulate and to help you if you ask me to.
I cannot draw limits for you within which you must act,
But I can offer you the space needed to grow.
I cannot avert your sufferings when some pain is breaking your heart.
But I can cry with you and pick up the pieces to armour it again.
I cannot tell you who you are, nor who you should be.
I can only love you as you are and be your friend.
These days, I have been thinking about my friends, amongst whom you appeared.
You were neither on top, nor at the bottom, nor in the middle.
You were not heading nor concluding the list.
You were not the first number, nor the last.
And neither do I pretend to be the first, the second, or the third on your list.
It’s enough if you want me as a friend.
Thank you for being one.

Poema a los Amigos
No puedo darte soluciones para todos los problemas de la vida,
Ni tengo respuestas para tus dudas o temores
Pero puedo escucharte y compartirlo contigo
No puedo cambiar tu pasado ni tu futuro.
Pero cuando me necesites estaré junto a ti.
No puedo evitar que tropieces.
Solamente puedo ofrecerte mi mano para que te sujetes y no caigas.
Tus alegrías, tus triunfos y tus éxitos no son míos.
Pero disfruto sinceramente cuando te veo feliz.
No juzgo las decisiones que tomas en la vida.
Me limito a apoyarte, a estimularte y a ayudarte si me lo pides.
No puedo trazarte límites dentro de los cuales debes actuar,
Pero sí te ofrezco el espacio necesario para crecer.
No puedo evitar tus sufrimientos cuando alguna pena te parta el corazón.
Pero puedo llorar contigo y recoger los pedazos para armarlo de nuevo.
No puedo decirte quien eres ni quien deberías ser.
Solamente puedo amarte como eres y ser tu amigo.
En estos días pensé en mis amigos y amigas, entre ellos, apareciste tu.
No estabas arriba, ni abajo ni en medio.
No encabezabas ni concluías la lista.
No eras el número uno ni el número final.
Y tampoco tengo la pretensión de ser el primero, el segundo o el tercero de tu lista.
Basta que me quieras como amigo.
Gracias por serlo.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Ο γυρισμός του ξενιτεμένου

Richard Redgrave The Emigrant's Last Sight of Home
― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

Ἀθήνα, ἄνοιξη '38

Ανάλυση
Το 1938 ο Γιώργος Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα από την Κορυτσά, όπου είχε διοριστεί Πρόξενος της Ελλάδας το 1936.Ο ποιητής γυρίζοντας στην πατρίδα του βρίσκει το δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά (1936-1941) καλά εδραιωμένο και βιώνει με απογοήτευση, όχι μόνο το καθεστώς ανελευθερίας που έχει επιβληθεί, αλλά και την τοποθέτησή του στη Διεύθυνση Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου, την οποία ως κυβερνητικός υπάλληλος δεν μπορεί να αρνηθεί. 

Ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να εργαστεί για τη στρατιωτική κυβέρνηση κι αυτό του δημιουργεί δυσφορία και δυσκολία στο να αποδεχτεί το νέο του ρόλο.
Η κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, η προσωπική απογοήτευση του ποιητή, καθώς και η απειλή του πολέμου που δεσπόζει στην Ευρώπη -το Μάρτη του 1938 η Γερμανία θα προσαρτήσει την Αυστρία- βρίσκουν την έκφρασή τους σ’ αυτό το εξαιρετικό ποίημα, όπου ο Σεφέρης εκφράζει όλη του την πικρή διάθεση και την αδυναμία του να συμβιβαστεί με τις αλλαγές που έχουν επέλθει στον τόπο του.

Αναλυτικότερα:

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.


Το ποίημα δίνεται ως διάλογος ανάμεσα στον ξενιτεμένο που επιστρέφει και σ’ ένα φίλο του, που φαίνεται να γνωρίζει πάρα πολύ καλά τις σκέψεις και τα συναισθήματα του ξενιτεμένου. Ο ποιητής δημιουργεί εδώ δύο προσωπεία, δύο διαφορετικές εκφάνσεις του εαυτού του, για να παρουσιάσει εναργέστερα τα αντικρουόμενα συναισθήματά του. 
Η επιθυμία του ξενιτεμένου να επιστρέψει στην πατρίδα του, στρέφεται περισσότερο προς την πατρίδα όπως τη γνώριζε προτού φύγει. Ο ξενιτεμένος προσδοκούσε να βρει τα πράγματα όπως ακριβώς τα είχε αφήσει, αλλά αυτό δεν είναι δυνατό, γιατί οι αλλαγές που έχουν επέλθει τόσο στην πατρίδα του όσο και στον ίδιο είναι πλέον ανέκκλητες.
Το ποίημα ξεκινά με τη διαπίστωση πως ο ξενιτεμένος στα χρόνια που απουσίαζε έχει διαμορφώσει τις σκέψεις και τις προσδοκίες του στα πλαίσια μιας άλλης χώρας, μακριά από τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στην πατρίδα του. Επομένως, οι προσδοκίες του αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της χώρας του και δεν μπορούν να υλοποιηθούν. 
Η διαπίστωση αυτή γίνεται από το φίλο του ξενιτεμένου, ο οποίος τον προειδοποιεί από την αρχή κιόλας πως ό,τι σχεδίαζε και σκεφτόταν όσο βρισκόταν μακριά από την Ελλάδα, βασίστηκε σε δεδομένα που δεν ισχύουν πια. Η κατάσταση στην πατρίδα έχει αλλάξει ριζικά.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.


Ο ξενιτεμένος γυρίζοντας αναζητά τον παλιό του κήπο, το χώρο όπου μεγάλωσε, μα με έκπληξη διαπιστώνει πως όλα γύρω του είναι πολύ μικρότερα απ’ ό,τι τα θυμόταν. Ο ποιητής αξιοποιεί μια γενική διαπίστωση των ανθρώπων που επιστρέφουν σε τόπους που έχουν να δουν από παιδιά -τα πάντα φαίνονται μικρότερα- φτάνοντας όμως την αίσθηση αυτή στην υπερβολή της -τα δέντρα φτάνουν ως τη μέση του και οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια-, ώστε να δείξει παραστατικότερα το μέγεθος της απογοήτευσής του. Γυρίζοντας στην Ελλάδα βρίσκει τα πράγματα σε πολύ χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι θα επιθυμούσε ή θα περίμενε κι αυτό δημιουργεί στον ποιητή έντονα συναισθήματα απογοήτευσης και διάψευσης των προσδοκιών του. Όλα γύρω του μοιάζουν μικρότερα, όλα γύρω του αποπνέουν την αίσθηση παραίτησης και υποταγής που έχει κυριαρχήσει στη χώρα.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

..............
η συνέχεια εδώ

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Κωστής Παλαμάς - Το Τραγούδι των προσφύγων

Αφιερωμένο στον κ. Σίμο Μενάρδο

...Για την καινούργια γέννα
όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθη
κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.


Μα πως τα μάγια λύθηκαν! Πως έκαμε η κατάρα
την όψη σου όψη κλαίουσας γυρτής προς μνήμα ιτιάς!
καμιά κορδή σου ας μη σου μείνη ασύντριφτη, κιθάρα
της δάφνης και της λεβεντιάς! 

Όχι, Μακριά κι η απελπισία, μακριά και οργή και θρήνος!
Στο μαύρο απάνου Γολγοθά των εθνικών καημών,
θείε Άγγελε του τραγουδιού βοήθα ν’ ανθίση 
ο κρίνος των Ευαγγελισμών!. 
Νεκροί, σπαρμένοι στις πεδιάδες και στα περιβόλια
και στα ερμοτόπια και στα βράχια της Ανατολής,
τα που σας ρίξανε σπαθιά, που σας φάγανε βόλια,
βαθιά στα σπλάχνα της Φυλής. 

Ας ριζωθούν, α! να στοιχειώσουν ύστερα, μυστήρια,
και βούκεντρα πάντα για νέα οργώματα, να γενούν, 

αίματα, νεύρα και θύμα και χέρια εκδικητήρια.

Πάντα οι νεκροί ας μας κυβερνούν! 

Κ’ εσείς! Χαρά και η φτώχια σας, του όλβου κι εσείς καμάρια,
ικέτες τώρα απλώνοντας το δίσκο του χεριού,
της αργατιάς της αρχοντιάς δαρμένο, απομεινάρια 
της φλόγας και του μαχαιριού, τα κλαίτε εσείς τα πάντα σας, 
σπίτια, αγαθά, θεία δώρα,
παρατημένα, αφανισμένα, πλάσματα: πουλιά,
όπου όργωνε ο έρωτας, θερίζει ο χάρος τώρα,
πάει κι η πατρίδα κι η φωλιά. 

Στάχια όπου χρύσωναν τη γη μαυρολογών κοράκου
Τα δάκρυα καταπίνονται, ζητάτε (όϊ με η στιγμή
που σας τρυπάει τα σωθικά σαράκι και φαρμάκι!) 

γωνιά ζητάτε και ψωμί. 
Κι ό,τι θα αισθάνεστε πως είναι απάνου απ’ όλα τ’ άλλα 
και πως αξίζει θησαυρούς, της ξεκληριάς παιδιά
κι ό,τι ζητάτε ανείπωτο, το ξέρω είναι μια στάλα αγάπη και καλή καρδιά.
Και οι λυτρωμένοι, αλύτρωτοι. Κι’ οι αλύτρωτοι εδώ πέρα.
δώστε να ιδούν του λυτρωμού μια χάρη, όσο φτωχή.
Η Ελλάδα μια, ακομάτιαστη και αμέτρητη Μητέρα,
μια των Ελλήνων η ψυχή!
Τύραννος όταν ή όλεθρος καίει στου πιστού το σπίτι
τα’ άγια κονίσματα, του καίει τον ιερό ναό,
του μένει η πίστη σαν εικόνα εντός του αχειροποίητη
στον ένα αόρατο Θεό. 

Τέτοια η πατρίδα. Θεός κι αυτή. Απάνου από τα σπίτια,
απάνου από τα χώματα κι από τ’ αμπελοφύτια,
μια ειν’ η πατρίδα, και παντού. 

Μια ειν’ η Πατρίδα των αιμάτων και δραμάτων, το άστρο
της Ιστορίας το πολικό, του τραγουδιού τροφή,
χωρίς καρδιές από παντού μια ψυχή σ’ ένα κάστρο,
κι η προσταγή της: Αδελφοί! 

Και το που δέρνει ανάθεμα και ο που δέρνεται θρήνος
μακριά! Στο μαύρο Γολγοθά των ξεθεμελιωμών,
βοήθα, Άγγελε του Τραγουδιού, ν’ ανθίση ο άσπρος κρίνος
των Ευαγγελισμών. 


3 του Νοέμβρη 1922

Αυτό είναι το «Τραγούδι των προσφύγων»

Ο Παλαμάς, με ημερομηνία 3/11/1922 το έγραψε και στις 8/12/22 το απήγγειλε η Κούλα Ζερβού Αγκωνάκη σε μια προεσπερίδα που οργάνωσε η ίδια για τους πρόσφυγες, μαζί με τον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός».

Ο Παλαμάς ένιωσε τον σφυγμό των ξεριζωμένων Ελλήνων αλυτρώτων, που λαβωμένοι με χαίνουσες ακόμη πληγές από το μαρτυρικό χαμό τόσων δικών τους, να σέρνονται ξεβράσματα μιας φουρτούνας αδοκίμαστης στην μακραίωνη ιστορία του γένους μας, ριγμένοι στις ακρογιαλιές της ελεύθερης πατρίδας μας.

Πρόσφυγες διωγμένοι από την πατρώα γη τους γέμιζαν με πόνο και τα κουρέλια τους τα λιμάνια, τους δρόμους, τις πλατείες των Ελληνικών πόλεων, σαστισμένοι στο κακό που τους βρήκε, αλλά και στις συνέπειες για όλους τους Έλληνες γενικά. Το ποίημα αυτό ο Παλαμάς το ενσωμάτωσε στη συλλογή του «Πεντασύλλαβοι και Παθητικά Κρυφομιλήματα», μια σειρά δηλαδή με τίτλο «Επικοί καιροί».
Έγραψε στο ίδιο πνεύμα και τους «Λύκους», κι αυτό Τυρταιϊκού τύπου τραγούδι, κραυγή πόνου και οργής. Δημοσιεύθηκε στη «Μούσα» τον Οκτώβριο του 1922 και το έγραψε κατά τις ημερομηνίες 27/8 – 2/9 και 7/9 του 1922. Το «Τραγούδι των Προσφύγων», είναι ταυτόχρονα και μια αισιόδοξη λυτρωτική λύση στο δράμα της εθνικής ψυχής γενικά. Αμφότερα αυτά τα ποιήματα του Παλαμά είναι μια νέα παραλλαγή της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας, με τον Ανταίο που αποκτούσε δύναμη ξαναπατώντας στη μάνα γη ή του φοίνικα που ορμούσε σε νέες πτήσεις μέσα απ’ τα αποκαΐδια.
Ο Παλαμάς γαληνεύει και ενθαρρύνει για γέννηση ελπίδας και νέα ριζώματα, νέα δημιουργία, σπόρο εθνικού ξαναγεννημού. Πράγματι η προφητεία του επαληθεύτηκε, η συμβολή των προσφύγων στην οργάνωση της νέας Ελληνικής ζωής, ήταν άνθισμα στον εθνικό μας βίο προς τα εμπρός. 

Πέραν της αισθητικής τους αρτιότητας, τα δυο ποιήματα των «Επικών καιρών, και της απόλυτα αριστοτεχνικής επεξεργασίας του θέματος, η αρμονία κι η μουσικότητα ανώτερης ομορφιάς. Και σε άλλα ποιήματά του ο Παλαμάς αναφέρεται στο μικρασιατικό δράμα του 1922.

Μιχάλης Μιχαηλίδης


 http://mikrasiatis.gr

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης - Δειλινό


Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό,

είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.


Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Μενέλαος Λουντέμης - Ερωτικό Κάλεσμα

Florence Olive Tree by Ben Fenske
Έλα κοντά μου δεν είμαι η φωτιά
τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια
τις πνίγουν οι νεροποντές
τις κυνηγούν οι βοριάδες

Δεν είμαι δεν είμαι η φωτιά

Έλα κοντά μου δεν είμαι ο άνεμος
τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά
τους βουβαίνουν τα λιοπύρια
τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί

Δεν είμαι δεν είμαι ο άνεμος

Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατηλάτης
ένας αποσταμένος κατακτητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων
κι αν θέλεις έλα να τ’ ακούσουμε μαζί

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Μίλτος Σαχτούρης - Τρεις Εραστές

Στις βραδινές βρεγμένες στράτες
Αχνίζει ένα φως θαλασσί
Πλατύ χέρι στην καρδιά
Βήματα ερειπωμένα
Τρεις εραστές διαβαίνουν απ΄ τα χέρια πιασμένοι.

Ο πρώτος…
Κρέμασε σ’ ένα δέντρο την αγάπη του
Τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο
Να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
Να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων …που λιώνουν
Τα δάκρυα του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος
Η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει
Το δέντρο ουρλιάζει ο αγέρας

Ο δεύτερος…
Χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή
Ο τρελός την επήρε τραγούδι
Βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα
Αντηχούνε οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί
Της αγάπης το τραγούδι το ‘χουν μάθει τώρα όλοι
Με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
Μόνο αυτός δεν το ξέρει

Ο τρίτος…
Έκανε την αγάπη του καράβι
Την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
Τώρα έγινε πάλι παιδί
Σιάχνει πύργους με άμμο
Και μαζεύει χαλίκια κοχύλια
Και προσμένει να γυρίσει ξανά
Το καράβι η αγάπη


Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δέντρο
Ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θα τους τρελάνει
Κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια.