Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ XXIII
«Σίγουρα θα πρέπει να 'ταν μια σταγόνα καθαρού νερού
στην παιδική του ηλικία ο ήλιος.»

Удивительные картины Леонида Афремова
Леонид Афремов afremov.com
XXIII
Σίγουρα θα πρέπει να 'ταν μια σταγόνα καθαρού νερού στην παιδικήτου ηλικία ο ήλιος. Από κει ο τρόπος που λάμπει στα ματοτσίνορα·και το δροσό που κρατά στους τοίχους με τις αγιογραφίες, Ιούλιο μή-να, το καταμεσήμερο.
Αφήνω τη διαφάνεια. Που έτσι και το φέρει η τύχη ν' αγαπήσεις μιακοπέλα, βλέπεις μέσα της: όπως στα ποιήματα.
Εάν υπάρχει ένας τρόπος να πεθάνεις χωρίς ν' αφανίζεσαι - είναιαυτός: μία διαφάνεια όπου τα ύστατα συστατικά σου -δρόσος, φω-τιά- όντας ορατά για όλους, έτσι κι αλλιώς, θα υπάρχεις κι εσύ εσαεί.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Οι τάφοι των προγόνων μας

Graveyard in Moonlight



Έπρεπε να φυλάμε τους νεκρούς μας και τη δύναμή τους μήπως
   καμμιάν ώρα
οι αντίπαλοί μας τους ξεθάψουν και τους πάρουν μαζί τους. Και,
   τότε,
χωρίς τη δική τους προστασία, διπλά θα κινδυνεύαμε. Πώς πια
   θα ζούσαμε
χωρίς τα σπίτια, τα έπιπλά μας, τα χωράφια μας, χωρίς,
   προπάντων,
τους τάφους των προγόνων μας, πολεμιστών ή σοφών; Ας
   θυμηθούμε
πώς οι Σπαρτιάτες κλέψανε τα οστά του Ορέστη απ’ την Τεγέα.
   Θά ’πρεπε
ποτέ οι εχθροί μας να μην ξέρουν πού τους έχουμε θαμμένους.
   Όμως,
πώς θα μπορούσαμε ποτέ να ξέρουμε ποιοί ’ναι οι εχθροί μας
ή πότε κι από πού θα εμφανιστούν; Όχι, λοιπόν, μεγαλόπρεπα
   μνήματα,
όχι φανταχτερά στολίδια – αυτά κινούν την προσοχή και το φθόνο.
   Οι νεκροί μας
δεν τά ’χουν διόλου ανάγκη, – ολιγαρκείς, σεμνοί κι αμίλητοι
   τώρα,
αδιαφορούν για το υδρομέλι, τ’ αναθήματα, τις μάταιες δόξες.
   Κάλλιο
μιά σκέτη πέτρα και μιά γλάστρα γεράνια, μυστικό σημάδι,
ή και καθόλου. Σαν πιο σίγουρο, ναν τους κρατούμε εντός μας,
   αν μπορούμε,
κι ακόμη πιο καλά μήτε κι εμείς να μη γνωρίζουμε πού κείνται.
Έτσι που γίνανε τα πράγματα στα χρόνια μας –ποιός ξέρει–
μπορεί κι οι ίδιοι εμείς ναν τους ξεθάβαμε, ναν τους πετούσαμε
   μια μέρα.

              

Λέρος 20.ΙΙΙ.68

Από την ποιητική συλλογή: «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» (1972).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 39.


Alfred Tennyson — Η Δεσποσύνη του Σαλότ - "The Lady of Shalott"

Ο μύθος του βασιλιά Αρθούρου στους Προραφαηλίτες ζωγράφους
The Lady of Shalott William Maw Egley (1858) Sheffield City Art Galleries

Μέρος Ι


Στου ποταμού κάθε πλευρά
απλώνονται αγροί με σιτηρά,
που ντύνουνε τον κάμπο ως τον ορίζοντα
κι ο δρόμος μέσ’ απ’ τον αγρό τραβά
για το πολύπυργο το Καμελότ
κι ο κόσμος πάνω-κάτω τριγυρνά,
τα κρίνα που ανθίζουνε κοιτά
γύρω από μια νήσο, κάτω εκειδά,
τη νήσο του Σαλότ.

Ιτιές λευκαίνουν, λεύκες φρικιούν,
αύρες ανάλαφρες σκιάζουν και ριγούν
μέσ’ από τον αέναο τον ρουν
του ποταμού που τα νερά του αργοκυλούν
πλάι στο νησί κατά το Καμελότ.
Τέσσερις τοίχοι σκυθρωποί, τέσσερις πύργοι σκυθρωποί,
δεσπόζουν σε μια περιοχή λουλουδιαστή,
και το πνιγμένο στη σιωπή νησί
έχει αγκαλιά τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Στην ακροποταμιά, με πέπλο τις ιτιές,
σέρνουν τις φορτηγίδες που γλιστρούν βαριές
άλογα αργοκίνητα – κι οι φελούκες ταπεινές
με τις φτερούγες τις μεταξωτές
ξαφρίζουν το νερό, γοργοπετούν κατά το Καμελότ:
Μα ποιός την είδε χέρι να κινεί;
Ή στο παράθυρο στητή;
Ή μήπως είν’ γνωστή σ’ όλη την περιοχή,
η Δεσποσύνη του Σαλότ;

Μονάχα κάτι θεριστές οπού θερίζουνε σκυφτοί
μες στον αθέρα των σταχυών απ’ την αυγή,
ακούν ένα τραγούδι που χαρούμενα αντηχεί
από του ποταμού τη φιδωτή ροή
κατά το πυργωμένο Καμελότ:
Και με το φεγγαρόφωτο, αποκαμωμένος πια
να υψώνει θυμωνιές σε αιθέρια υψίπεδα,
ακούει ο θεριστής, και λέει ψιθυριστά:
«Είν’ η νεράιδα, η Δεσποσύνη του Σαλότ.»


Μέρος ΙΙ
Να την που υφαίνει νύχτα-μέρα με τον αργαλειό
με χαρωπά χρώματα δίχτυ μαγικό.
Μια μέρα ακούει μήνυμα ψιθυριστό,
κατάρα, λέει, την ακολουθεί αν μείνει εδώ
να βλέπει από ψηλά το Καμελότ.
Ποιά να ‘ναι η κατάρα, δε γνωρίζει,
κι έτσι το πλέξιμό της συνεχίζει.
Άλλο δεν έχει να φροντίζει
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κι απ’ τον καθρέφτη που σ’ αυτήν μπροστά
κρέμεται όλη τη χρονιά, με μία δρασκελιά
του κόσμου βγαίνουν τα φαντάσματα.
Βλέπει εκεί μπροστά τη δημοσιά
που φιδοσέρνεται κατά το Καμελότ:
Εκεί, του ποταμού οι δίνες στροβιλίζονται.
Εκεί οι κακότροποι χωριάτες συνωστίζονται,
κι εκεί οι άλικες φούστες των πωλητριών λικνίζονται,
όπως περνούν μπροστά από το Σαλότ.

Καμιά φορά ένα σμάρι δεσποινάρια όλο ξενιασιά,
ένας ηγούμενος μ’ ανάλαφρη περπατησιά,
καμιά φορά ένα βοσκόπουλο μ’ ολόσγουρα μαλλιά,
ή μακρυμάλλης γόνος ευγενών με ρούχα βυσσινιά,
τραβούν κατά το πυργωμένο Καμελότ.
Και μερικές φορές μέσ’ από τον καθρέφτη τον γλαυκό
οι ιππότες φτάνουν έφιπποι δυο-δυο:
Δεν έχει εκείν’ ιππότη αφοσιωμένο, αληθινό,
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μ’ ακόμη μες το δίχτυ της είναι σαγηνεμένη
τα καθρεφτίσματα τα μαγικά να υφαίνει,
γιατί συχνά στης νύχτας τη σιωπή συνέβη να διαβαίνει
μια νεκρική πομπή, με φώτα και λοφία στολισμένη
και να τραβά με μουσικές κατά το Καμελότ.
Ή πάλι, όταν το φεγγάρι ήταν ψηλά,
κι ήρθαν δυο νιοί και νιόπαντροι εραστές σιμά –
είπε «δεν τα μπορώ πια τα φαντάσματα»
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μέρος ΙΙΙ

Απ’ τη μαρκίζα του μπουντουάρ της σα σαϊτα,
ήρθε καβάλα εκείνος μέσ’ απ’ τα δεμάτια,
ο ήλιος εκθαμβωτικός ανάμεσ’ απ’ τα φύλλα,
ήρθε και φλόγισε την μπρούτζινη περικνημίδα
του θαρραλέου Σερ Λανσελότ,
ιππότη με τον κόκκινο σταυρό γονατιστού
για πάντα μπρος σε μια Κυρά με την ασπίδα του,
που άστραφτε καταμεσής του κίτρινου αγρού
πλάι στ’ απόμακρο Σαλότ.

Αστράψανε τα στολισμένα χαλινάρια,
όπως εκείνα τα γιομάτα άστρα κλωνάρια
που βλέπουμε κρεμάμενα στο χρυσαφένιο Γαλαξία.
Σήμαναν στα ηνία κουδουνάκια όλο ευθυμία
έτσι που κατηφόριζε προς Καμελότ.
Κι απ’ τον οικόσημα γεμάτον τελαμώνα
κρεμόταν ασημένια σάλπιγγα που έβγαζε κορώνα.
Κάλπαζε κι ηχούσε η πανοπλία σαν καμπάνα,
πλάι στ’ απόμακρο Σαλότ.

Η μέρα καταγάλανη, διόλου συννεφιασμένη,
η σέλα έλαμπε πετράδια φορτωμένη,
η περικεφαλαία με το φτερό πυρακτωμένη
σαν φλόγα στα ουράνια υψωμένη,
έτσι που κατηφόριζε προς Καμελότ.
Όπως συχνά μες στην πορφύρα της νυκτός
κάτω από δέσμη αστεριών λαμπρός
μετεωρίτης με αγανό, αφήνοντας ουρά από φως,
κινείται πάνω απ’ το γαλήνιο Σαλότ.

Το πλατύ καθάριο μέτωπό του στη λιακάδα γυάλιζε –
πάνω σε οπλές στιλπνές το άτι του βημάτιζε,
κάτ’ απ’ το κράνος του ένας χείμαρρος ξεχείλιζε:
οι κατάμαυροι βόστρυχοί του όπως κάλπαζε,
όπως κάλπαζε κατά το Καμελότ.
Από την όχθη κι απ’ τον ποταμό
αντανακλούσε μες στο κρυσταλλένιο κάτοπτρο,
«Τραλά λαρά», πλάι στον ποταμό
τραγούδαγ’ ο Σερ Λάνσελοτ.

Παράτησε το δίχτυ, παρατά τον αργαλειό,
έκανε τρία βήματα μες στο δωμάτιο,
είδε το που άνθιζε το νούφαρο,
είδε την περικεφαλαία με το φτερό,
κοίταξε κάτωθι το Καμελότ.
Το δίχτυ ανέμισε διάπλατα στον αγέρα –
ράγισε ο καθρέφτης πέρα ως πέρα –
βγάζει κραυγή «Έπεσε πάνω μου η κατάρα»
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μέρος ΙV

Του λεβάντε η μάνητα που σύριζε,
τα χλωμά κίτρινα δέντρα λύγιζε.
Το φαρδύ ρέμα στις όχθες του κλαυθμήριζε,
μολύβι ο ουρανός χείμαρρους άδειαζε
πάνω στο πυργωμένο Καμελότ.
Κατέβηκε, βρήκε μια βάρκα λικνιστή,
κάτω από μιαν ιτιά να ‘χει αφεθεί,
και στην πλώρη γύρω γράφει τούτη τη γραφή:
Η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κάτω στου ποταμού τη σκοτεινή έκταση
σαν κάποιο θαρραλέο μάντη σ’ έκσταση,
που βλέπει τη δική του οικτρή κατάσταση –
παγερή, ανέκφραστη
κοίταξε το Κάμελοτ.
Και στης μέρας το τελείωμα
έλυσε το σχοινί, και ξάπλωσε κατάχαμα.
Την πήρε το μεγάλο ρέμα πέρα μακριά,
τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κείτονταν, ντυμένη το λευκό χιονάτο φόρεμά της
που ανέμιζε ανάλαφρα δεξιά κι αριστερά της.
Πέφταν’ απαλά τα φύλλα πάνωθέ της.
Καταμεσής της τύρβης της νυχτιάτικης
έπλεε προς το Καμελότ.
Κι όπως έσχιζε η πλώρη τα νερά με ελιγμούς
ανάμεσα από λόφους με ιτιές κι αγρούς,
το τελευταίο να τραγουδά τραγούδι της ν’ ακούς,
τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μια θρηνωδία άκουσε να άδεται σεπτά,
τη μια στεντόρεια, την άλλη σιγανά,
ωσότου πάγωσε το αίμα της σιγά-σιγά,
σκοτείνιασαν τα μάτια της τελειωτικά,
στραμμένα προς το Καμελότ.
Γιατί προτού τη φέρει η φουσκονεριά
σιμά στο πρώτο σπιτικό στην ακροποταμιά,
με το τραγούδι της στα χείλη ξεψυχά
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κάτω απ’ τον πύργο και το μπαλκόνι,
ξυστά στον τοίχο που κήπους ζώνει,
μορφή που αχνολάμπει, εκείνη αργοκυλά,
με του θανάτου τη χλομάδα και κάστρα γύρω της ψηλά,
σιωπηλά κατά το Καμελότ.
Ήρθαν στην όχθη η αρχόντισσα κι ο κύριός της,
ο απλός χωριάτης κι ο ιππότης,
και στην πλώρη διάβασαν τ’ όνομα το δικό της,
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Ποιά είν’ αυτή; και τι συμβαίνει εδώ;
Κι ευθύς στο κοντινό παλάτι το κατάφωτο
χαλάει το γλέντι το βασιλικό –
και φοβισμένοι κάνουν το σταυρό,
οι ιππότες όλοι τους στο Καμελότ:
Μ’ ανοίγει λίγο δρόμο ο Λανσελότ,
και λέει, «ωραία θωριά –
ελεήμων ο Θεός της χάρισε ομορφιά,
της Δεσποσύνης του Σαλότ».

Πηγή: Alfred Tennyson (2003:37-49) 12 ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις Διώνη, Αθήνα – σε μετάφραση Παντελή Ανδρικόπουλου
Enjoying "The Lady of Shalott" by Alfred Tennyson


Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ ( The Lady of Shallot) του Τέννυσον στα έργα των Προραφαηλιτών ζωγράφων

Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ ( The Lady of Shallot) είναι μία μπαλάντα της Βικτωριανής αγγλικής εποχής που συνέθεσε ο Άγγλος ποιητής Άλφρεντ Τέννυσον (1809-1892). Η ιστορία του ποιήματος, όπως και άλλα ποιήματα του Τέννυσον (π.χ. "ο Σερ Λάνσελοτ και η Βασίλισσα Γκουινέβερ", "Γκάλαχαντ" κ. ά.), βασίζεται στους αγγλικούς μεσαιωνικούς μύθους για το βασιλιά Αρθούρο που ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στους Άγγλους ρομαντικούς καλλιτέχνες του 19ου αιώνα. 
 Ο Τέννυσον έγραψε δύο παραλλαγές της μπαλάντας Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ ( The Lady of Shallot), το 1833 και το 1842 
(βλ. τις δύο παραλλαγές στο rochester.edu).

Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ βασίζεται κυρίως στο μύθο του ανεκπλήρωτου έρωτα της Ελέιν (Elaine), αρχόντισσας του Astolat, με τον ιππότη Λάνσελοτ. Φαίνεται ότι ο Τέννυσον εμπνεύστηκε από την ιστορία της Elaine of Astolat του κύκλου των μύθων του Αρθούρου για να γράψει τη μπαλάντα του Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ. 
Ο Τέννυσον έγραψε και το αφηγηματικό ποίημα με τον τίτλο Λάνσελοτ και Ελέιν, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική του συλλογή τα "Ειδύλλια του Βασιλιά". Η ιστορία του ποιήματος έχει πολλά κοινά σημεία με την ιστορία της μπαλάντας του Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ 
(για το κείμενο του ποιήματος Λάνσελοτ και Ελέιν, βλ. rochester.edu).

Η Αρχόντισσα του Σαλλότ ζει απομονωμένη στο κάστρο της που βρίσκεται σ' ένα νησί (το όνομα του νησιού είναι Σαλλότ) στο ποταμό που ρέει έως το Κάμελοτ. Οι αγρότες που κατοικούν στο νησί, τη γνωρίζουν ελάχιστα, γιατί είναι καταδικασμένη από μία μυστηριώδη κατάρα να ζει κλεισμένη στο δωμάτιό της και δεν μπορεί να συναναστραφεί ανθώπους. Έγκλειστη, λοιπόν, στον πύργο της στερείται από τη δυνατότητα να ζήσει την πραγματική ζωή και περνά τον καιρό της υφαίνοντας διάφορες σκηνές της καθημερινότητες και τις εικόνες όσων περνούν έξω από τον πύργο τους για να πάνε στο Κάμελοτ. 
Οι εικόνες των ανθρώπων που περνούν έξω από τον πύργο της καθρεφτίζονται μέσα στο μαγικό της καθρέφτη. Έτσι, δυστυχισμένη στην απομόνωση της μοναξιάς της βλέπει μόνο τις "εικόνες-σκιες" της ζωής των άλλων. Ζει, επομένως, με τις σκιες ενός κόσμου, που δεν μπορεί να γνωρίσει πραγματικά και να αγγίξει. 
Όταν κάποια στιγμή δει την εικόνα του ιππότη Λάνσελοτ, ο μαγικός της καθρέφτης σπάζει. Αυτή, τότε, προφανώς ερωτευμένη μαζί του, αποφασίζει να βγει από τον πύργο και να πλεύσει με μία βάρκα στο ποτάμι για να φθάσει στο Κάμελοτ, κυνηγώντας την εικόνα μιας σκιας.... 
Προτού όμως προλάβει να φθάσει στο παλάτι του Κάμελοτ για να συναντήσει τον Λάνσελοτ, πεθαίνει στη βάρκα της...
Το ποίημα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στους Προραφαηλίτες ζωγράφους της Βικτωριανής περιόδου, οι οποίοι συμμερίζονταν το ενδιαφέρον και την αγάπη του Τέννυσον για τον αγγλικό μεσαίωνα και τους μύθους του Αρθούρου. Για αυτό, έχουμε αρκετές απεικονίσεις σκηνών που απεικονίζουν την αρχόντισσα του Σαλλότ αλλά και την αρχόντισσα Ελέιν, την ηρωίδα μεσαιωνικών μύθων της εποχής του Αρθούρου, από την ιστορία της οποίας εμπνεύστηκε ο Τέννυσον τη μπαλάντα Η αρχόντισσα του Σαλλότ. 
Η Elaine και η Lady of Shallot, οι οποίες πολλές φορές ταυτίζονται, ήταν αγαπημένες γυναικείες "εικόνες" που προβάλλονταν από το μεσαίωνα στη Βικτωριανή Εποχή της Αγγλίας.
Ο αγαπημένος μου ζωγράφος John William Waterhouse απεικόνισε τρία επεισόδια από τη μπαλάντα του Τέννυσον Η αρχόντισσα του Σαλλότ. 
Ο πιο γνωστός πίνακάς του παρουσιάζει τη Lady of Shallot καθισμένη στο υφαντό της με τις μαγικές εικόνες να πλέει (με τη βάρκα) στο ποτάμι για το Κάμελοτ, λίγο πριν το τραγικό της τέλος. Η αρχόντισσα δεν είναι πια η σκοτεινή "μάγισσα" του πύργου, αλλά μία αδύναμη κοπέλα που ντυμένη με λευκό φόρεμα φαίνεται έχει εγκαταλειφθεί στη μοίρα της. Τα τρία κεριά χωρίς φλόγα στη βάρκα προφανώς συμβολίζουν το τέλος της ζωής της...

J.W. Waterhouse, Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ 
στη βάρκα. 1888. Tate Gallery. London.

Οι δύο παρακάτω πίνακες απεικονίζουν τη στιγμή που η Αρχόντισσα βλέπει την εικόνα του Λάνσελοτ να περνά έξω από τον πύργο της και να πηγαίνει προς το Κάμελοτ.... Ο καθρέφτης της σπάζει... και έτσι χάνει το μόνο τρόπο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο...τώρα πρέπει να βγει η ίδια από την απομόνωσή της και να σπάσει την κατάρα..

J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ 
(κοιτάζοντας τον Λάνσελοτ). Σπουδή. 1894. Falmath Art Gallery. Cornwal (Κορνουάλη).
J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ 
(κοιτάζοντας τον Λάνσελοτ). 1895. Leeds Art Gallery.

Οι δύο παραπάνω πίνακες αντιστοιχούν 
στους παρακάτω στίχους της μπαλάντας.

She left the web, she left the loom,
She made three paces thro' the room,
She saw the water-lily bloom,
She saw the helmet and the plume,
She look'd down to Camelot.
Out flew the web and floated wide;
The mirror crack'd from side to side;
"The curse is come upon me," cried The Lady of Shalott.
excerpt - Tennyson, 1842

Η τρίτη σκηνή απεικονίζει την Αρχόντισσα του Σαλλότ 
μπροστά στον αργαλειό της....
J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ. 
1916. Art Gallery of Ontario.

Η σκηνή του πίνακα αντιστοιχεί στους παρακάτω στίχους της μπαλάντας.

There she weaves by night and day
A magic web with colours gay.
She has heard a whisper say,
A curse is on her if she stay
To look down to Camelot.
She knows not what the curse may be,
And so she weaveth steadily,
And little other care hath she,
The Lady of Shalott.

Φυσικά και άλλοι Προραφαηλίτες ζωγράφοι 
απεικόνισαν την Αρχόντισσα του Σαλλότ.
W. Hunt, Η Αρχόντισσα του Σαλλότ. 1886-1906. 
Wadsworth Atheneum. Hartford-Connecticut.


A. Hughes, Η Αρχόντισσα του Σαλλότ. 1872-73. 

Iδιωτική Συλλογή.

John Atkinson Jagrimshaw, Ελέιν. 1874. 
Ιδιωτική Συλλογή.

John Atkinson Jagrimshaw, Η αρχόντισσα του Σαλλότ. 1878. 
Ιδιωτική Συλλογή.




Sophie Anderson, Ελέιν. 1870. Liverpool Museums.

Αγνώστου, Η Ελέιν στη βάρκα. Πριν το 1887.

Lancelot Speed, Η Ελέιν του Astolat. 1919. 
Ιδιωτική Συλλογή.

Για τη μπαλάντα και την υπόθεσή της βλέπε:


http://www.sparknotes.com/poetry/tennyson/section2.rhtml και http://www.victorianweb.org/authors/tennyson/los1.html
http://charon.sfsu.edu/tennyson/poems/index.shtml (ποιήματα του Τέννυσον)
http://www.tate.org.uk/servlet/ViewWork?cgroupid=999999961&workid=15984&searchid=9755
http://www.johnwilliamwaterhouse.com/pictures/lady-shalott-1916
http://www.jwwaterhouse.com/view.cfm?recordid=27
http://fag.looksystems.net/Collection/1923.15
http://www.johnwilliamwaterhouse.com/pictures/lady-of-shalott-study-1894/
http://www.thewadsworth.org/nggallery/page-1574/page-3/
http://www.victorianweb.org/painting/hughes/paintings/7.html
http://www.liverpoolmuseums.org.uk/walker/collections/19c/anderson-elaine.aspx



Για τις πραγματικά πολυάριθμες απεικονίσεις 
της Αρχόντισσας του Σαλλότ ή της Ελέιν, βλέπε:

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Symphony of the Spring (1938)

Alex Alemany

I  Θά 'μαι το γλυκό παιδί/που χαμογελά στα πράγματα/και στον εαυτό του
II  Είχα κλείσει τα μάτια / για ν' ατενίζω το φως. / Τυφλός.
III  Κοίταξε αγαπημένη/πώς σε κοιτάζουν/τα λυπημένα χέρια μου.
IV*  Βηματίζεις / μέσα στὰ σκονισμένα δώματά μου/μ' ἕνα πλατύ ἀνοιξιάτικο φόρεμα,
V  Μια νέα κοπέλα/άνοιξε το παράθυρο/και χαμογέλασε στη θάλασσα.
VI  Αγαπημένη/δεν έχω παρά μόνο μιας στιγμής/τη ζωή και το φτερούγισμα.
VII  Είχε προφτάσει πολλούς θανάτους/κι είχε μάθει να μην κλαίει/να μην προσμένει
VIII  Θεέ μου Θεέ μου/η αγάπη μου ΄χε λείψει/για να χαρώ και να νοήσω/το μεγαλείο σου.
IX  Η αγάπη/πιο μεγάλη απ' τη σιωπή/γεφυρώνει το θεό με τον άνθρωπο
X  Αγάπη, Αγάπη,/δε μούχες φέρει εμένα/μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.
XI  Όλη τη ζωή μου ασώτεψα/σκάβοντας την έρημο
XII  Πλάθοντας ἄνθη ἀνώφελα/λησμόνησα νὰ ζήσω.
XIII  Ζεστή χρυσή μεσημβρία./Σταθμός του Απείρου/— η καρδιά μας.
XIV  Μέσα στη φούχτα της αγάπης χωράει το σύμπαν.
XV  Άξιζε να υπάρξουμε/για να συναντηθούμε.
XVI  Ἕνα ἄστρο ἔπεσε./Εἶδες;/Σιωπή./Κλεῖσε τὰ μάτια.
XVII  Ντυμένος το φέγγος/της θωπείας σου περνώ τολμηρός/μέσ’ απ’ το δάσος της νύχτας.
XVIII  Αγαπημένη/έλα να μοιραστούμε/τα δώρα που μου ‘φερες.
XIX  Μέσ' απ' το βλέμμα σου/αγαπημένη/κοιτάω τον κόσμο
XX  Αγάπη, εσύ μου ξανάφερες/τ' άσπρα πουλιά της μητέρας
XXI  Πώς μπορεί η γη/να κρατήσει στα χέρια/της τόση ευτυχία;
XXII  Αγάπη, γιατί ήρθες;/Αν φύγεις, αγάπη;
XXIII  Ένα διάλειμμα λευκότητας/προσφερμένο στην προσευχή.
XXIV  Η δεσποτεία της νύχτας πάνω στα μέτωπά μας/και στους δρόμους.
XXV  Φοβούμαι σιμά σου/κι όμως αγαπώ το δέος μου
XXVI  Μας άγγιξε ψυχρό /το φθινοπωρινό λυκόφως
XXVII Καλοί μου άνθρωποι/πώς μπορείτε/να σκύβετε ακόμη; Πώς μπορείτε/να μη χαμογελάτε;

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXVI
«Μας άγγιξε ψυχρό /το φθινοπωρινό λυκόφως.»

Silence of the fall painting by Leonid Afremov

Μας άγγιξε ψυχρό 
το φθινοπωρινό λυκόφως.

Χλωμό το φως αργεί
 — λησμονημένη προτομή του ποιητή
σ' εγκαταλελειμμένο πάρκο.

Πως ερημώθηκε ο τόπος.
Τα εξοχικά κέντρα κλεισμένα.
Απ' τα σπασμένα τζάμια τους
περνοδιαβαίνουν οι άνεμοι
σφυρίζοντας
στις άδειες φιάλες
και στα κατάκοπα πολύφωτα.

Μέσα στο δάσος 
οι έρημοι πάγκοι
συνομιλούν μυστικά
με τα πεσμένα φύλλα
και με τους ίσκιους.

Εδώ κι εκεί απομένουν
τα μαύρα σημάδια
κι οι στάχτες
απ' τις φωτιές που ανάβαν
χαρούμενα παιδιά
τα βράδια του θέρους.

Λίγο πιο κάτω 
η θάλασσα θαμπή
ξεδιπλώνει τα ρίγη
του ατελεύτητου δέους.

Νεκρά
τα φωτεινά κορμιά
των εφήβων
λιώνουν κάτω απ' τα φύκια.

Στην αμμουδιά περνούν
σκυφτές κάτω απ' το σούρουπο
μαυροντυμένες γριές
γυρεύονατς τα ίχνη
των πνιγμένων παιδιών τους
και τ' απορρίματα της θύελλας.
Που μοιράσαμε τον ήλιο;

Στο άνοιγμα αυτό του δάσους
φτάνουν τη νύχτα
τα φοβισμένα ελάφια
και κοιτάζουν με μάτια νωπά
την κίτρινη σελήνη του Νοεμβρίου.

Πόσα μάτια μας βλέπουν.
Δεν ωφελεί να κρυφτούμε.

Θα μας βρουν τα μάτια μας
που ξύπνησαν
μόλις αποκοιμήθηκε το δέρμα μας.

Έρχεται η νύχτα.
Μια σιωπηλή αστραπή
ρυτιδώνει χαμηλά
τον ορίζοντα.
Παντού σαλεύουν
αποχαιρετισμού μαντήλια.

Ακούμε το βήμα της ομίχλης
στους έρημους δρόμους.

Ο θάνατος κατασκοπεύει.
Κοιτάζει απ' το φεγγίτη
την κουρασμένη λάμπα μας
κρύβεται κάτω απ' την κλίνη μας
κι ετοιμάζει φλογέρες με τα κόκαλα
των πεθαμένων χελιδονιών

(Μη τάχατες όλες οι φλογέρες
δεν έχουν γίνει
με κόκαλα πουλιών;)

Γιατί αργούμε;
Μια σειρήνα θα σφυρίξει
τα μεσάνυχτα
κι η αποδημία που δίσταζε
θ' ακολουθήσει τους γερανούς.

Ο ήλιος με φωνάζει.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXV
«Φοβούμαι σιμά σου/κι όμως αγαπώ το δέος μου.»

Alex Alemany, Spanish painter
Κοίταξε πέρα
η χιονισμένη κορυφή
λαμπρή και σιωπηλή
μου νεύει
λευκό μαντήλι ειρήνευσης.

Η ομιλία της μοναξιάς
περνάει τα παγωμένα δάχτυλά της
στο μέτωπό μου
ζητώντας να σφετεριστεί
το ύστερο μύρο
του κήπου μας.

Εκεί πάνω μου τάζουν
την ασφάλεια του νεκρού
εκεί μου προσφέρουν
ωχρούς ανθούς
για τα ξεφυλλισμένα χέρια.

Όχι. Όχι.
Δε θέλω να φύγω.
Κράτησέ με.

Φοβούμαι σιμά σου
κι όμως αγαπώ το δέος μου.

Στον πλατύ ερημωμένο κάμπο
οι γυμνές λεύκες
υψώνουν τους κλώνους τους
σ' έναν άλλο ουρανό
— αναιμική προσευχή.

Ν' ακινητείς
για να κοιτάς την κίνηση;
Όχι.
Κράτησέ με.

Που 'ναι το χέρι σου;
Στο δέρμα σου ψαύω
την ψύχρα της εσπέρας
τα βήματα των εξορίστων.

Α, πάλι ο γέρος
περνάει σκυμμένος
κάτω απ' τη βροχή.

Μπροστά στους καθρέφτες μας
η σκιά χτενίζει
την πένθιμη κόμη της.

Αλήθεια
ποιος επήδησε ποτέ
την άβυσσο;
Ποιος έδεσε για πάντα
τις άκρες του ορίζοντα;

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXIV
«Η δεσποτεία της νύχτας πάνω στα μέτωπά μας/και στους δρόμους.»

Alex Alemany the elements and shapes of his works are treated
with “poetic licence” and the symbolism 

Η δεσποτεία της νύχτας
πάνω στα μέτωπά μας και στους δρόμους.

Του χεριού σου η λευκότητα
θαμπώνει και δύει
στη γαλανή διαφάνεια των σκιών
— κρίνος χλωμός που βυθίζεται 
σε βραδινά νερά.

Που 'ναι τα λόγια μας κι οι αυγινές μας υποσχέσεις 
με την εξαίσια ειλικρίνεια της βλάστησης;

Η αφή μας κουρασμένη
κοιμάται δίχως όνειρο
κι ούτε μια πρόφαση μάς μένει
ν' αναζητήσουμε τα μάτια μας πίσω απ' τον ίσκιο.

Ακούμε τη σιωπή να βηματίζει
λαθραία κι αδέξια
στο εξατμισμένο δώμα
ν' αγγίζει
τα σκονισμένα έπιπλα
που δε θέλουν πια να θυμούνται
να ερευνά τις ανοιχτές ντουλάπες
όπου πεθαίνουν σκοτεινά
τ' άνθινα ενδύματα
των εαρινών μας όρθρων.

Ο γλαυκός πέπλος
του Μαΐου 
μυρωμένος ακόμη απ' τα στήθη σου
— πάχνη λυπημένη διαρρέει
στην κρεμάστρα του διαδρόμου.

Άκου τις οπλές
των μαύρων αλόγων
έξω στο λιθόστρωτο της νύχτας.

Περνούν τους νεκρούς μας.

Μη σηκωθείς
να κοιτάξεις απ' το παράθυρο.
Προς τι μια κίνηση
αφού γνωρίζουμε;
Μονάχα για να ρυτιδώσεις
την ασάλευτη ώρα
και να σωπάσει επιτέλους η σιωπή;

Η σιωπή φωνάζει
πιο βαθιά
η σιωπή προδίδει τα λόγια μας.

Ράκη στίχων ανεμίζονται
στις ρωγμές των φιλιών μας
— μια σημαία
πάνω απ' το θάνατο.

Ο αποχαιρετισμός πλησιάζει.