Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Τα Άλογα του Αχιλλέως

ΞΑΝΘΟΣ και ΒΑΛΙΟΣ - Τα Θεϊκά άλογα του Αχιλλέα
Giorgio de Chirico 1963
Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο —
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο —
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή —
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλλίτερα να μην σας δίναμε, άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι.»— Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

Ιλιάδα, Ραψωδία Ρ (426-458)

426 ἵπποι δ᾽ Αἰακίδαο μάχης ἀπάνευθεν ἐόντες
κλαῖον, ἐπεὶ δὴ πρῶτα πυθέσθην ἡνιόχοιο
ἐν κονίῃσι πεσόντος ὑφ᾽ Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο.
ἦ μὰν Αὐτομέδων Διώρεος ἄλκιμος υἱὸς
430 πολλὰ μὲν ἂρ μάστιγι θοῇ ἐπεμαίετο θείνων,
πολλὰ δὲ μειλιχίοισι προσηύδα, πολλὰ δ᾽ ἀρειῇ·
τὼ δ᾽ οὔτ᾽ ἂψ ἐπὶ νῆας ἐπὶ πλατὺν Ἑλλήσποντον
ἠθελέτην ἰέναι οὔτ᾽ ἐς πόλεμον μετ᾽ Ἀχαιούς,
ἀλλ᾽ ὥς τε στήλη μένει ἔμπεδον, ἥ τ᾽ ἐπὶ τύμβῳ
435 ἀνέρος ἑστήκῃ τεθνηότος ἠὲ γυναικός,
ὣς μένον ἀσφαλέως περικαλλέα δίφρον ἔχοντες
οὔδει ἐνισκίμψαντε καρήατα· δάκρυα δέ σφι
θερμὰ κατὰ βλεφάρων χαμάδις ῥέε μυρομένοισιν
ἡνιόχοιο πόθῳ· θαλερὴ δ᾽ ἐμιαίνετο χαίτη
440 ζεύγλης ἐξεριποῦσα παρὰ ζυγὸν ἀμφοτέρωθεν.
μυρομένω δ᾽ ἄρα τώ γε ἰδὼν ἐλέησε Κρονίων,
κινήσας δὲ κάρη προτὶ ὃν μυθήσατο θυμόν·
ἆ δειλώ, τί σφῶϊ δόμεν Πηλῆϊ ἄνακτι
θνητῷ, ὑμεῖς δ᾽ ἐστὸν ἀγήρω τ᾽ ἀθανάτω τε;
445 ἦ ἵνα δυστήνοισι μετ᾽ ἀνδράσιν ἄλγε᾽ ἔχητον;
οὐ μὲν γάρ τί πού ἐστιν ὀϊζυρώτερον ἀνδρὸς
πάντων, ὅσσά τε γαῖαν ἔπι πνείει τε καὶ ἕρπει.
ἀλλ᾽ οὐ μὰν ὑμῖν γε καὶ ἅρμασι δαιδαλέοισιν
Ἕκτωρ Πριαμίδης ἐποχήσεται· οὐ γὰρ ἐάσω.
450 ἦ οὐχ ἅλις ὡς καὶ τεύχε᾽ ἔχει καὶ ἐπεύχεται αὔτως;
σφῶϊν δ᾽ ἐν γούνεσσι βαλῶ μένος ἠδ᾽ ἐνὶ θυμῷ,
ὄφρα καὶ Αὐτομέδοντα σαώσετον ἐκ πολέμοιο
νῆας ἔπι γλαφυράς· ἔτι γάρ σφισι κῦδος ὀρέξω
κτείνειν, εἰς ὅ κε νῆας ἐϋσσέλμους ἀφίκωνται
455 δύῃ τ᾽ ἠέλιος καὶ ἐπὶ κνέφας ἱερὸν ἔλθῃ·
ὣς εἰπὼν ἵπποισιν ἐνέπνευσεν μένος ἠΰ.
τὼ δ᾽ ἀπὸ χαιτάων κονίην οὖδας δὲ βαλόντε
ῥίμφα φέρον θοὸν ἅρμα μετὰ Τρῶας καὶ Ἀχαιούς.


Μετάφραση

Του Αχιλλέα τ’ άλογα όντας μακριά απ’ τη μάχη

θρηνούσαν, μόλις ένιωσαν ο Πάτροκλος να πέφτει
στη σκόνη απ’ τον Έκτορα του αντροφονιά το χέρι.
Ο Αυτομέδοντας, ο γιος ο δυνατός του Διώρη,
με το γοργό μαστίγι του τα έσπρωχνε να φύγουν
κι άλλοτε με γλυκόλογα κι άλλοτε με φοβέρες∙
αλλ’ όπως στέκει ασάλευτη μια στήλη σ’ έναν τάφο
ενός άντρα που πέθανε ή και γυναίκας κάποιας,
έτσι έμεναν ασάλευτα στ’ αμάξι τους ζεμένα
σκύβοντας τα κεφάλια τους∙ τα δάκρυά τους στο χώμα
απ’ τα βλέφαρά τους θερμά κυλούσαν απ’ το κλάμα∙
ποθούσαν τον ηνίοχο∙ οι πλούσιες χαίτες τους
πλάι στο ζυγό σκονίζονταν ξεφεύγοντας τη ζεύγλα.
Όταν τα είδε να θρηνούν, τα πόνεσε ο Δίας,
κούνησε το κεφάλι του και στην καρδιά του είπε:
«Δύστυχα, τι σας δώσαμε στο βασιλιά Πηλέα,
θνητό, ενώ αγέραστα κι αθάνατα σεις είστε;
Τάχα πόνους για να ‘χετε με δύστυχους ανθρώπους;
Πιο δύστυχο απ’ τον άνθρωπο πλάσμα δεν είναι άλλο
απ’ όλα όσα σέρνονται στη γη και αναπνέουν.
Στο πλουμιστό αμάξι σας δε θ’ ανέβει ωστόσο
ο Πριαμίδης Έκτορας∙ δε θα του το αφήσω.
Δε του φτάνει που έχοντας τα όπλα καμαρώνει;
Στα γόνατά σας, στην καρδιά σας δύναμη θα σας δώσω,
τον Αυτομέδοντα μεμιάς να βγάλετε απ’ τη μάχη,
στα πλοία να τον φέρετε∙ σ’ αυτούς θα δώσω δόξα,
να σφάζουν, στα καλόσκαρμα πλοία ώσπου να φτάσουν
και δύσει ο ήλιος κι απλωθεί το ιερό σκοτάδι.»
Έτσι είπε και στα άλογα χάρισε ορμή μεγάλη.
Τίναξαν απ’ τις χαίτες τους στο έδαφος τη σκόνη
και μες σε Τρώες και Αχαιούς έσερναν το αμάξι.

Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος

Ανάλυση
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης αξιοποιεί ένα απόσπασμα από την Ιλιάδα για να συνθέσει το ποίημά του, τιμώντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον μέγιστο των ποιητών, τον Όμηρο. Ο Καβάφης ακολουθεί στα βασικά του σημεία το ομηρικό κείμενο και φροντίζει να δώσει έμφαση σ’ εκείνα που φέρουν τα κεντρικά νοήματα που τον απασχολούν. Οι διαφοροποιήσεις, οπότε, όπου υπάρχουν, αποτελούν τους δείκτες ότι πρόκειται για κάποια ουσιώδη ιδέα που ο Καβάφης θέλει να τονίσει.

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως∙


Ο Πάτροκλος μπαίνει στη μάχη με τα όπλα του Αχιλλέα, θέλοντας να προκαλέσει φόβο στους Τρώες: 
«Και δώσε μου τα όπλα σου στους ώμους μου να βάλω,
πως είμαι συ νομίζοντας μήπως αποχωρήσουν 
οι Τρώες κι έτσι οι δυνατοί Αργείοι αναπνεύσουν, 
που τώρα βασανίζονται∙ καλή κι η λίγη ανάσα. 
(Ιλιάδα, Π 40-43)». 

Η παρέμβαση, ωστόσο, του Απόλλωνα θα δώσει στον Έκτορα την ευκαιρία να σκοτώσει τον ηρωικό σύντροφο του Αχιλλέα, ο οποίος όμως δεν είναι εκεί για να αποτρέψει ή έστω να δει το θάνατο του Πατρόκλου. 
Έτσι, τα άλογα του Αχιλλέα είναι εκείνα που πρώτα θα δουν και πρώτα θα θρηνήσουν τον ανδρείο και δυνατό Πάτροκλο.
Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα χαρακτηριστικά του Πατρόκλου, που τον καθιστούν ένα ιδιαίτερα ξεχωριστό και προσφιλές πρόσωπο, βαρύνουσα σημασία έχει το ότι ήταν ακόμη πολύ νέος, γεγονός που προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη τραγικότητα στο χαμό του.

η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.


Τα άλογα του Αχιλλέα, όντας τα ίδια αθάνατα, αγανακτούν μπροστά σ’ αυτό το άθλιο έργο του θανάτου, που μόλις στέρησε τη ζωή ενός αγαπημένου σ’ αυτά ανθρώπου. 
Ο θρήνος των αθάνατων αλόγων έχει τη δική του ξέχωρη αξία, διότι σε αντίθεση με τους θρήνους των θνητών που εμπεριέχουν και το στοιχείο του φόβου για το δικό τους μελλούμενο θάνατο, εκείνα είναι απαλλαγμένα από ανάλογους φόβους κι η οδύνη τους προκύπτει έτσι εντελώς αγνή.
Τα αθάνατα άλογα αποτελούν, συνάμα, μια σαφή υπόμνηση του εξέχοντος εκείνου προνομίου της αθανασίας, που, μη μπορώντας οι άνθρωποι να το γευτούν ποτέ, φρόντισαν να το αποδώσουν στους θεούς τους και στα άλλα δημιουργήματα της λογοτεχνικής τους φαντασίας.

Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο —
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο —
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή —
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.


Η βίαιη αντίδραση των αλόγων αποτελεί εναργή έκφραση του εσωτερικού τους πόνου∙ τινάζουν τα κεφάλια τους, κουνούν τη μακριά τους χαίτη και χτυπούν τη γη με τα πόδια τους, θέλοντας έτσι να εκδηλώσουν την οδύνη που αισθάνονται για τον αγαπημένο τους Πάτροκλο. Το θέαμα, άλλωστε, του νεκρού προκαλεί μεγάλη ενόχληση στα αθάνατα άλογα που δεν γνωρίζουν και δεν πρόκειται να γνωρίσουν ποτέ μια τέτοια κατάσταση αφανισμού. Ο ποιητής φροντίζει με τις συνεχείς παύλες που καλούν τον αναγνώστη να κάνει παύσεις στην ανάγνωση, να δώσει ...
............
η συνέχεια εδώ: latistor