Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Βασιλική Δεδούση — Ηλίανθοι

Vincent van Gogh Painting Sun Flowers - Paul Gauguin
Στην τελευταία τρίλια
πεύκινης άρπας πουλιών ορθρινών,
στην αχνοφεγγιά τ’ αυγερινού
σκαλώνουν
κι αναξυπνούν τ’ ανθύλια του ηλίανθου

— πεταρίζουνε δίπλα ολάσπρες ροδαρές—.

Δεν είναι του 
Vincent μπάλες κλειστές,
ακρωτηριασμένες σ' ανθογυάλι χωμάτινο
από χρωστήρα βουτηγμένο σ’ αψέντι,
άνθη νεκρά και σε τάφους 
ακόμα αταίριαχτα

— ζωντανά φυτά και στα μνήματα πρέπουνε
να γενεί η αθρωπότη λιοτρόπι,
Κύριε, και το δικό Σου ν’ αποζητάει το Φως —.

Είναι θυρίδες ολάνοιχτες
το χρυσάφι πολύτιμο σε θέα κοινή
να το χαίρονται όλοι

Σαν πέσει το σούρουπο, σε δέηση υπομονής
διπλώνονται προσμένοντας
μιαν ακόμη ανατολή φωτοφόρα.

Κωνσταντίνος Καβάφης - Θεόφιλος Παλαιολόγος

Γιάννης Νίκου "Η τελευταία ώρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, 
Αυτοκράτορα του Βυζαντίου", 2001
Ὁ τελευταῖος χρόνος εἶν᾿ αὐτός. Ὁ τελευταῖος τῶν Γραικῶν
αὐτοκρατόρων εἶν᾿ αὐτός. Κι᾿ ἀλλοίμονον
τί θλιβερὰ ποὺ ὁμιλοῦν πλησίον του.
Ἐν τῇ ἀπογνώσει του, ἐν τῇ ὀδύνῃ
ὁ Κὺρ Θεόφιλος Παλαιολόγος*
λέγει «Θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν».

Ἂ Κὺρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμὸ τοῦ γένους μας, καὶ πόση ἐξάντλησι
(πόσην ἀπηύδησιν ἀπὸ ἀδικίες καὶ κατατρεγμό)
ἡ τραγικές σου πέντε λέξεις περιεῖχαν.
Πάρθεν
Αὐτὲς τὲς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια,
γιὰ τ᾿ ἄθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα καὶ τὰ πένθιμα γιὰ τὸν χαμὸ τῆς Πόλης
«Πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη».
Καὶ τὴν Φωνὴ ποὺ ἐκεῖ ποὺ οἱ δυὸ ἐψέλναν,
«ζερβὰ ὁ βασιληᾶς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»,
ἀκούσθηκε κ᾿ εἶπε νὰ πάψουν πιὰ
«πάψτε παπάδες τὰ χαρτιὰ καὶ κλεῖστε τὰ βαγγέλια»
πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη.

Ὅμως ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ᾄσμα
τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλώσσα
καὶ μὲ τὴν λύπη τῶν Γραικῶν τῶν μακρυνῶν ἐκείνων
ποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη.

Μὰ ἀλοίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπαὶ τὴν Πόλην ἔρται»
μὲ στὸ «φτερούλιν ἀθε χαρτὶν περιγραμμένον
κι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεύ᾿ μηδὲ στὸ περιβόλι
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρίσ᾿ τὴν ρίζαν».
Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν
«Χέρας υἱὸς Γιανίκας ἕν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί,
καὶ τὸ διαβάζει κι ὀλοφύρεται.
«Σίτ᾿ ἀναγνῶθ᾿ σίτ᾿ ἀνακλαῖγ᾿ σίτ᾿ ἀνακροῦγ᾿ τὴν κάρδιαν.
Ν᾿ ἀοιλλὴ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς ἡ Ρωμανία πάρθεν».

-----------------
* Θεόφιλος ΠαλαιολόγοςΜαθηματικός και φιλόσοφος, συγγενής του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ΙΑ΄, ο οποίος αγωνίστηκε με γενναιότητα και φονεύτηκε κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453).
Λόγια πηγή του ιστοριογενούς αυτού ποιήματος είναι η εξής περικοπή από το Χρονικό, III, 7 του Γεωργίου Σφραντζή:«Ομοίως και ο Θεόφιλος ο Παλαιολόγος, ως είδε τον βασιλέα μαχόμενον και την πόλιν κινδυνεύουσαν, μεγαλοφώνως μετά κλαυθμού κράξας είπε “Θέλω θανείν μάλλον ή ζην”, και συρρήξας εαυτόν εν μέσω μετά κραυγής τους όσους εύρε πάντας διασκέδασε και διεσκόρπισε και εθανάτωσεν». [Γ. Π. Σαββίδης]
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης φανερώνει στην ποίησή του βαθύ σεβασμό και εκτίμηση για τη μεγαλειώδη εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού, ιδίως κατά την ελληνιστική περίοδο, τονίζοντας με ποικίλους τρόπους τη δυναμική της ελληνικής γλώσσας και σκέψης. 
Εκτίμηση που πηγάζει από την αδιαμφισβήτητη αγάπη του ποιητή για τον ελληνισμό, είτε αυτός βρίσκεται στον κυρίως ελληνικό χώρο είτε δραστηριοποιείται σε χώρες και περιοχές στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου και της Ασίας. Κάθε επίτευγμα του ελληνισμού αποτελεί πηγή μεγάλης υπερηφάνειας για τον ποιητή κι αντιστοίχως κάθε πλήγμα που δέχεται ο ελληνισμός συνιστά γι’ αυτόν πηγή μεγάλου πόνου και απογοήτευσης. 
Εύλογα, λοιπόν, το γεγονός της άλωσης της Κωνσταντινούπολης -που αποτελεί μάλιστα τον τόπο καταγωγής του Καβάφη-, εκλαμβάνεται από τον ποιητή ως μία από τις πιο επώδυνες στιγμές για το σύνολο του ελληνισμού, αφού σηματοδοτεί τον τερματισμό μιας μακράς ανοδικής πορείας για το ελληνικό έθνος και την εκκίνηση μιας ταπεινωτικής περιόδου ανελευθερίας.

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι αλίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.


Η αρχική διαπίστωση του ποιήματος διατυπώνεται κατά τρόπο απόλυτο και δεν αφήνει κανένα περιθώριο παραγνώρισης της πραγματικότητας∙ κανένα περιθώριο καταφυγής σε ανυπόστατες ελπίδες. Αυτός είναι ο τελευταίος χρόνος των Γραικών αυτοκρατόρων. Διαπίστωση που επαναλαμβάνεται με σχήμα αναδίπλωσης για να δοθεί με έμφαση η βαρύτητά της.
Αυτός είναι ο τελευταίος χρόνος των Γραικών αυτοκρατόρων. 
Η άλλοτε ακμάζουσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που δεν δημιουργήθηκε βέβαια με ελληνικές δυνάμεις, αλλά πέρασε σταδιακά υπό τον έλεγχο Ελλήνων αυτοκρατόρων και ταυτίστηκε με την ιστορική πορεία του ελληνικού έθνους, έφτασε σε τέτοιο σημείο παρακμής ώστε η διατήρησή της ήταν πλέον -σχεδόν- ανέφικτη. Όλοι οι άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη το γνωρίζουν αυτό και αναμένουν με φρίκη το τελειωτικό χτύπημα από τους Οθωμανούς, που έχουν ήδη από τον Γενάρη του 1453 ξεκινήσει να συγκεντρώνουν δυνάμεις στην περιοχή της Βασιλεύουσας. 
Οι συζητήσεις των ανθρώπων που βρίσκονται δίπλα στον τελευταίο αυτοκράτορα των Ελλήνων, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ΄, ηχούν θλιβερές, καθώς απηχούν το αίσθημα απαισιοδοξίας και φόβου που κυριαρχεί σ’ ολόκληρη την Πόλη. Οι δυνάμεις των Οθωμανών πληθαίνουν, τα τείχη της Πόλης έχουν κλονιστεί, κι οι Δυτικοί, αν και είναι ενήμεροι για τον άμεσο κίνδυνο που διατρέχει η Βασιλεύουσα, αφού ξανά και ξανά ζητήθηκε η συνδρομή τους, παρέμειναν αδιάφοροι απέναντι στον επερχόμενο αυτό όλεθρο.

Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».


Ο Καβάφης επιλέγει να παρουσιάσει την απελπισία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης μέσα από τα λόγια και το παράδειγμα, όχι του περιώνυμου αυτοκράτορα, αλλά ενός σχετικά αφανούς συγγενή του, του Θεόφιλου Παλαιολόγου, ο οποίος εκφράζοντας την οδύνη και την απόγνωση που διακατείχε όλους τους ανθρώπους στην Πόλη αναφώνησε πως προτιμούσε να πεθάνει παρά να ζήσει. Το αναπόφευκτο γεγονός της άλωσης, που θα σήμαινε μια απερίγραπτη καταστροφή για τον ελληνισμό, προκαλεί τέτοιο πόνο στην ψυχή του Θεόφιλου Παλαιολόγου, ώστε του φαίνεται πολύ προτιμότερο να πεθάνει μαχόμενος, παρά να συνεχίσει να ζει και να δει την Κωνσταντινούπολη να πέφτει στα μιαρά χέρια των Οθωμανών.
Ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι της Πόλης, θεωρούν αδιανόητο το να ζουν γνωρίζοντας πως η Βασιλεύουσα δεν είναι πια ελληνική∙ πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν υφίσταται πια. Έτσι, η σκέψη που εκφράζει φανερώνει με τον πιο απόλυτο τρόπο την πλήρη αφοσίωσή του στην Κωνσταντινούπολη και στον αυτοκράτορα. Θα προτιμήσει να πεθάνει εκεί, πολεμώντας μέχρι τέλους, παρά να γλιτώσει με τον οποιονδήποτε τρόπο τη δική του ζωή, την οποία και θεωρεί περιττή και ανυπόφορη σ’ έναν κόσμο όπου οι Οθωμανοί θα έχουν κυριεύσει την Πόλη.
Το παράδειγμα του Θεόφιλου Παλαιολόγου, όπως φυσικά και του Κωνσταντίνου, είναι συγκλονιστικό σε σχέση με το τι φανερώνει για τα πρόσωπα εξουσίας και το ήθος που αυτά οφείλουν να έχουν. Τόσο ο αυτοκράτορας όσο και οι συγγενείς του θα σκοτωθούν πολεμώντας ως απλοί στρατιώτες σε μια εκ των προτέρων καταδικασμένη προσπάθεια να υπερασπιστούν την Κωνσταντινούπολη. 
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν εκμεταλλεύεται την υπερέχουσα θέση του για να διασώσει τον εαυτό του ή τους δικούς του, κι οι συγγενείς του δεν καταδέχονται να έχουν μια μοίρα διαφορετική από αυτή που αναλογεί σε κάθε πολίτη της αμυνόμενης Βασιλεύουσας. Θα γνωρίσουν όλοι μαζί τις ίδιες κακουχίες και τον ίδιο ηρωικό θάνατο, αφήνοντας ένα έξοχο πρότυπο πολιτικού ήθους. 
Ο αυτοκράτορας και οι δικοί του δεν αποστασιοποιούνται από το δράμα του λαού τους, μήτε σπεύδουν να προστατεύσουν τη ζωή και την περιουσία τους. Μένουν εκεί ως απλοί πολίτες, ως άνθρωποι κι αυτοί του λαού και υπομένουν μέχρι τέλους την οδυνηρή πραγματικότητα.

A Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο,
πόσον καημό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
οι τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.


Στην καταληκτική στροφή του ποιήματος, με μια αποστροφή προς τον Θεόφιλο Παλαιολόγο, ο ποιητής αναγνωρίζει πως οι πέντε αυτές τραγικές του λέξεις, με τις οποίες εξέφραζε την έκταση της απόγνωσής του μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή, φανέρωναν, κατά τρόπο σαφή, τον απεριόριστο καημό όλου του ελληνικού γένους. 
Η σκέψη του Θεόφιλου Παλαιολόγου πως ο θάνατος ήταν πια προτιμότερος, αποτυπώνει πλήρως την ένταση της εξάντλησης που ένιωθε τόσο ο ίδιος όσο και όλοι οι άλλοι Έλληνες, αφού οι συνεχείς τους αγώνες για τη διάσωση της Πόλης έμοιαζαν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα. Αλλεπάλληλες μάχες, αλλεπάλληλες διπλωματικές απόπειρες και εκκλήσεις, πλήρης αφοσίωση και άγρυπνη προσπάθεια, που όμως έπεφταν όλα στο κενό, αφού τίποτε δεν έμοιαζε ικανό να αποτρέψει την καταστροφή, είχαν εξαντλήσει ολοκληρωτικά τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις των Ελλήνων.
Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όπως δηλώνεται στον παρενθετικό στίχο, η εξάντληση των Ελλήνων προερχόταν από την ψυχική κούραση λόγω των συνεχών αδικιών και τον αδιάκοπο κατατρεγμό που βίωναν, όχι τόσο από τους εξωτερικούς τους εχθρούς, όσο από τους δήθεν φίλιους δυτικούς λαούς, που ως Χριστιανοί, όφειλαν να βοηθήσουν τους Βυζαντινούς κι όχι να τους ταπεινώνουν ξανά και ξανά. Πόσο επώδυνο ήταν για τους Έλληνες να παρακαλούν τις χώρες της Δύσης για βοήθεια και για έλεος κι εκείνες να στέκουν αδιάφορες, βλέποντας στη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όχι την εξαθλίωση ενός χριστιανικού λαού, αλλά την πτώση ενός ενοχλητικού αντιπάλου.
Οι Έλληνες των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου ήρθαν αντιμέτωποι με την αναλγησία των τότε Ευρωπαίων∙ αναλγησία που επρόκειτο να αποτελεί έκτοτε τη συνήθη τους στάση απέναντι στον σκληρά δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Οι αδικίες και ο κατατρεγμός θα αποτελούν για χρόνια τα μόνα «δώρα» των άλλων ευρωπαϊκών εθνών προς τους Έλληνες, είτε αυτοί αγωνίζονται να σώσουν την Κωνσταντινούπολη είτε αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους ως αυτόνομο πλέον έθνος.
Κυρ: Βυζαντινό πρόθεμα δηλωτικό αριστοκρατικής καταγωγής, ανάλογο προς το αγγλικό Sir.
................
περισσότερα εδώ: latistor

Οδυσσέας Ἐλύτης
Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

«Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στις επάλξεις, 
ξημερώματα 29ης Μαΐου 1453» - Γιάννης Νίκου

Ι
Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς
στὴ λύπη του
Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρ-
δος Παραδείσου Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ᾿ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν
εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ - κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπρι-
ζαν παράξενα
Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώ-
πους κι ἔβγανε ἀπ᾿ ὅλους Ἔναν ποὺ τοῦ χαμογελούσε τὸν
Ἀληθινόν ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε
Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλί-
σοῦν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ
Θεός κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει
Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν
καὶ νὰ φεύγουν Καὶ μιὰ νύχτα θυμᾶται σ᾿ ὥρα μεγάλης τρικυ-
μῖας βόγκηξε ὁ λαιμός του πόντου τόσο ποὺ θολώθη μὰ δὲν ἔστερ-
ξὲ νὰ τοῦ σταθεῖ
Βαρὺς ὁ κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.

II
Θεέ μου καὶ τώρα τι Πού ῾χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει χώρια μὲ τὴ
μοναξιά του ποιός αὐτὸς πού ῾ξερε μ᾿ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλά-
κερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει τί
Ποὺ ὅλα του τά ῾χαν πάρει Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ
τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσή-
μερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδη-
χτὸ βαρκάκι
Καὶ μία φούχτα λουίζα ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κορι-
τσιοῦ μεσάνυχτα νὰ τὸ φιλήσει (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ
φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ᾿ τὴ
θάλασσα...)
Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα Καὶ μήτ᾿ ἕνας πλάι του Μονάχα οἱ λέξεις
του οἱ πιστὲς πού ῾σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ
χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς
Καὶ ἀντίκρυ σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος μυρμηκιὰ οἱ χυμένες
μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του
«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα - ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.

III
Τώρα καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγο-
ρα οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατά-
κόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια
Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κά-
θε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας
γι᾿ ἄλλων καιρών πιὸ μακρινῶν τὸ εἰκόνισμα
Κόρες παρθένες φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τοὺς ἕνα θερινὸ ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν
σταλάζοντας ἰώδιο τὰ κλωνάρια
Τοῦ ῾φερναν Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε στὴ μεγάλη κά-
ταβόθρα νὰ καταποντίζονται πλῶρες μαύρων καραβιών τ᾿ ἀρχαῖα
καὶ καπνισμένα ξύλα ὄθε μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεό-
μήτορες ἐπιτιμούσανε
Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα σωρὸς τὰ χτίσματα
μικρὰ μεγάλα θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα
Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του ἄσπαστη κειτάμενος
Αὐτὸς

ὁ τελευταῖος Ἕλληνας!