Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού

Γράφει η ofisofi 
Τι είναι το Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού; Ανάμνηση, διαφυγή από την μίζερη πραγματικότητα ή επιστροφή στην παιδική του ηλικία και στην ξένοιαστη ζωή του μέσα στη φύση;
Dima Dmitriev
«Σαν την καρδιά μικρού χελιδονιού που τρέμει στην παλάμη της αυγής γίνηκε η μνήμη σου μόλις βγήκε το πρώτο πράσινο φύλλο.
Θυμάμαι που καθόσουν και κοιτούσες μέσα στα στρογγυλά μεγάλα μάτια των ήμερων βοδιών, τις μικρογραφίες των αγροτικών εικόνων: τη σμαραγδένια λεκάνη του κάμπου, τη μικρή εκκλησίτσα με τα κυπαρίσσια, την άσπρη καμπύλη των περιστεριών πάνου απ’ το δάσος, τις θερίστρες με τα δεμάτια των σταχυών και με τα κίτρινα μαντήλια.
Δεν ήξερες την αρχιτεκτονική των τριαντάφυλλων, μήτε τον τρόπο που περπατάνε τα πουλιά στον αέρα.
Καλημέριζες τα τριαντάφυλλα και τα πουλιά, όπως καλημέριζες και τα κορίτσια.
Άνοιγαν τότε μικρά παράθυρα που σκύβαν στα περβάζια οι μαργαρίτες να χαιρετίσουν την αυγή που πέρναγε στο δρόμο χωρίς φορτίο σκιάς και θύμησης.
Αργότερα έμαθες να χαιρετάς μονάχα τους ανθρώπους βγάζοντας το καπέλο, κι έλεγες μόνο στα λουλούδια «ευχαριστώ» κάθε φορά που δεν σ’ άκουγε κανένας.
Ύστερα βιάστηκες πολύ να μεγαλώσεις, να φορέσεις μακριά παντελόνια, να μάθεις γράμματα, για να πάψεις να λες «ευχαριστώ», να χτίσεις ένα τριαντάφυλλο όπου κοιμάται μια λυπημένη αχτίνα στην άδεια κάμαρα της ευωδιάς.
Τώρα ζητάς να ξαναπείς με τα ίδια χείλη εκείνο το ίδιο «ευχαριστώ» που τόσα χρόνια ζήταγες να ξεχάσεις.»


Σύνθεση λυρική με έντονα υπερρεαλιστικά στοιχεία και παραμυθένιες εικόνες.

«Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους, κ’ είτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης.
Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κ’ έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι
κι όλη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν
αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.»


Σε πρώτο πλάνο τα παιδιά, ανάμεσα τους και ο ποιητής καθώς κυριαρχεί το α’ πρόσωπο αφήγησης.

«Κοιμηθήκαμε την ώρα που δε νυστάζαμε. Φάγαμε την ώρα
που δεν πεινούσαμε.
Μετρούσαμε τις ώρες μας με το ρολογάκι του χεριού που μας
χαρίσαν στη γιορτή μας, ξεχνώντας το ρολόι του κήπου
πούδειχνε καλοκαίρι.
Τώρα θέλουμε να βάλουμε μαζί το ρολογάκι του χεριού με το σφυγμό μας,
κοιτάζοντας την ώρα που δείχνουν οι ωροδείχτες των σκιών πάνου στη χρυσοπράσινη πλάκα της χλόης.
Έχουμε ακόμη καιρό να κόψουμε παπαρούνες για να μη γεράσουν
τα χέρια μας μέσα στα μοναστήρια των βιβλίων.»


«Εμείς μαζεύουμε παπαρούνες και φτιάχνουμε κόκκινα ματογυάλια.
Φοράμε το χρυσό καπέλο του ήλιου, τ’ ασημένιο κολλάρο του ποταμιού
και την πράσινη γραβάτα της χλόης.
Έτσι περπατάμε στα χωράφια κάνοντας το βήμα των γερόντων
σα να κοροϊδεύουμε τους γέρους.
Οι περβολάρηδες μάς κυνηγάνε, μάς διώχνουν απ’ τα θερμοκήπια,
όπου αρρωσταίνουν απ’ τη θλίψη τα λουλούδια.
Α, πώς θέλουμε να σπάσουμε τούτα τα γυάλινα νοσοκομεία
και τις γυάλινες φυλακές για να βγουν τα λουλούδια περίπατο
στους κυριακάτικους δρόμους.
Δε ζητάμε τίποτ’ άλλο.
Εμείς με τα κόκκινα ματογυάλια μας βάφουμε κόκκινο
το μούτρο της γριάς βροχής και χτυπάμε παλαμάκια
κάθε φορά που ένα μπουμπούκι σκάει απάνου στο ξερό κλαδί.»

Μικρές καθημερινές σκηνές, αταξίες, σκανταλιές και παιχνίδια

«Τα μεσημέρια που κοιμόνταν οι μεγάλοι, τα παιδιά φεύγαν
απ’ τα σπίτια, κυλιόνταν στα χόρτα, δαγκώνανε τα φύλλα
της αλυγαριάς κι αγκάλιαζαν τα δέντρα.
Όλο το δάσος μύριζε γυμνή γυναίκα.»

«Θα χώσουμε λοιπόν κ’ εμείς απόνα τζιτζίκι στα ρουθούνια του παππού
για να μυρίσει τη δική μας άνοιξη και ν’ ανθήσει το ραβδί του
σα μια μικρούλα κερασιά πάνου απ’ τη στέρνα»

«Περπατάμε ξυπόλυτοι στο ζεστό χώμα, γδυνόμαστε κάτου
απ’ τα πλατάνια και παλεύουμε, παίζουμε πετροπόλεμο, αμολάμε
χαρταϊτούς και λουζόμαστε στο ποτάμι μαζί με τα κοτσύφια
και τις πέρδικες».

Μια αίσθηση ελευθερίας και αθωότητας είναι απλωμένη παντού.

«Θε μου, το μεθυσμένο φως θα σπάσει τα τζάμια, θα πλημμυρίσει τις κάμαρες και δε θ’ αφήσει μήτε έναν ίσκιο για να σκεπάσει η μάνα μου τα μάτια της.
Τότε θα τινάξει στον αέρα το μαντήλι της και θα χορέψει κείνο το νησιώτικό χορό που χόρευε στα νιάτα της μαζί με τον πατέρα – ένα χορό που μυρίζει θάλασσα και βάρκες φορτωμένες πορτοκάλια.
Ο πατέρας θα κάνει πως ξέχασε τον χορό και θα χαμογελάει καθώς θα κρούει τη φτέρνα στον αέρα.
Κι εμείς ξοπίσω τους, παιδιά, πουλιά, λουλούδια και λιθάρια, θα χορεύουμε στ’ αλώνι του ήλιου τραγουδώντας τις μέρες που δε θα χάνουνται μες στο σκοτάδι, όταν οι μεγάλοι χορεύουν μαζί με τα παιδιά τον ίδιο χορό της κάθε άνοιξης.»

Η αγαπημένη μορφή της μητέρας

«ΜΗΤΕΡΑ, μη θυμώνεις μαζί μας που δεν μπορούμε να κάτσουμε σπίτι.
Ο ήλιος μάς φωνάζει.
Θα σου φορέσουμε ένα φόρεμα τριανταφυλλί που το πλέκει η άνοιξη
κάτου απ’ τις μυγδαλιές με το βελονάκι της πιο μικρής αχτίνας.
Θα σε πάμε μπροστά στον καθρέπτη να κοιταχτείς, να γελάσεις
και να μας γνωρίσεις.
Τότε τα μικρά χελιδόνια θα καθήσουν στα δάχτυλά σου, μα πάλι εσύ
δε θα ξέρεις να γελάσεις πολύ.
Πώς να βγάλουμε, μητέρα , την πέτρα που φράζει την πόρτα σου;
Κι όμως στα τζάμια των παραθυριών μας λάμπει ζωγραφισμένο
το πρόσωπο της αυγής και γύρω σαν κορνίζα οι ανθισμένες μηλίτσες
της βουνοπλαγιάς.
Εμείς πηδάμε απ’ τα παράθυρα.
Ο ουρανός ανθίζει μέσα μας χαμόγελα, κι όπου στεκόμαστε
είμαστε παντού.
Μητέρα, πικραμένη μητερούλα, πάμε στον κήπο να σε μάθουμε τώρα
με τη σειρά μας να συλλαβίζεις το αλφάβητο του ήλιου και λίγο – λίγο
να διαβάζεις λουλούδια.
Θα σε βάλουμε καβάλλα στη ράχη μιας αγριόχηνας και θ’ ανεμίζει
στον αέρα το φουστάνι σου σα μια γιορταστική σημαία πάνου
απ’ τους πράσινους αγρούς.»

Πουλιά, έντομα, λουλούδια, ήχοι και πολύ φως.

«Όλος ο κόσμος γέμισε λουλούδια και πουλιά.
Ο κάμπος κουδουνίζει απ’ τις χαρούμενες φωνές τους.
Κουδούνια στους λαιμούς των γαϊδουριών.
Κουδούνια στ’ αφτιά του ήλιου.
Κουδούνια στην άκρη των φύλλων.
Κουδούνια στις πλεξούδες των κοριτσιών.
Όλα χορεύουνε στο φως και κουδουνίζουν.
Κι ο παππούς βγήκε στη λιακάδα να πλέξει με χλωρά κλαδιά μικρά
καλάθια, για να μαζέψει κούμαρα κι αυγά περιστεριών.

Η επιστροφή στα παιδικά χρόνια ταυτίζεται με την επιστροφή στη φύση.

«Μήτε στιγμή δε μένουμε στο σπίτι.
Πάμε στα λιβάδια και στήνουμε το δόκανο.
Πάνου στ’ αλώνια οι θημωνιές γυαλίζουν σα γυμνά βυζιά και τ’ άλογα
αφηνιάζουν κάθε μεσημέρι, πατούν στα στάχυα και χάνουνται
καλπάζοντας μέσα στο δάσος.
Ώσπου έρχεται το βράδι, και τ’ άλογα γυρίζουν ήμερα στις αυλές
κ’ οι τεμπέλες χελώνες μαζεύουν μαργαρίτες μέσα στα σιωπηλά χωράφια.
Η ώρα μυρίζει ιδρώτα και ρετσίνι καθώς ανεβαίνει ο βραδινός καπνός
πάνου απ’ τις στέγες κ’ εμείς καθόμαστε ακόμη στο δρόμο μαζεύοντας αστέρια για να πιστέψει η μάνα μας πως κάτι κάναμε κ’ εμείς και
πως δεν πήγε κατ’ ανέμου ο μόχτος κ’ η μέρα μας.
Όμως οι μεγάλοι δεν ξέρουν πού κοιτάμε εμείς,
δεν ξέρουν το δικό μας θερισμό κι ούτε μπορούν
να φάνε απ’ το δικό μας στάρι.
Ωστόσο εμείς χαϊδεύουμε τα κουρασμένα χέρια της μητέρας μας
ενώ κοιτάζουμε μακριά, τη μεγάλη άρκτο με το χρυσόμαλλο τομάρι.»

Μαγεία και όνειρο σε τοπίο ειδυλλιακό και αρκαδικό.


«Μόλις κοιμόμαστε, ξυπνούσε το μαγεμένο δάσος του μεσημεριού.
Η σκιά μας έρριχνε τ’ ανάλαφρο σεντόνι της, μα μέσα από τις τρύπες
της σκιάς έχωνε ο ήλιος τα χρυσά του δάκτυλα που άχνιζαν απ’ τη ζέστα και
μας χάιδευε τα στήθεια και τα σκέλια.
Το γυάλινο πρόσωπο του νερού γελούσε κάπου απόμακρα
και ράντιζε τις ροδοδάφνες με μικρά διαμάντια.
Γυμνές γυναίκες πέρναγαν κάτου απ’ τα δέντρα, ήρεμες και
παράξενες σα νάχαν πιεί το αμίλητο νερό.
Πίσω τους τρέχανε νιογέννητα ελαφάκια στεφανωμένα
με τριφύλλι.
Άλλες κρατούσαν ψηλά σταμνιά στον ώμο.
Άλλες χορεύανε συρτό χορό κάτου απ’ τις δυό μεγάλες λεύκες.
Τ’ άσπρα κορμιά τους φέγγριζαν στους ίσκιους, πλασμένα
με νερό και φως κι αέρα.
Θέλαμε να ξυπνήσουμε, μα πάνου στην καρδιά μας γονάτιζε το καλοκαίρι.»


Είναι γεγονός ότι η μόνη περίοδος που η ζωή του Ρίτσου ήταν χαρούμενη και ξένοιαστη ήταν των παιδικών του χρόνων. Όλη μέρα στα κτήματα της οικογένειας , μέσα στη φύση και στη θάλασσα, να παρακολουθεί τα πουλιά , τα έντομα και τα λουλούδια. Μετά παραμύθια από τη γιαγιά του.
Το σχολείο δεν του άρεσε και προτιμούσε να παίζει παρά να παρακολουθεί τα μαθήματα και να διαβάζει.


«Έφτιαχνα μαργαρίτες και παπαρούνες σβήνοντας τους αριθμούς» [5]

Οι τιμωρίες εντάσσονταν στην σχολική του καθημερινότητα.

«Σαν να μ’ άρεσε να είμαι τιμωρημένος. Δεν αγαπούσα τους ανθρώπους που αρίστευαν στα πάντα. Θα πει ότι δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη κλίση» 

«Κάναμε τόπι εμείς τη σφαίρα που’ χε ο δάσκαλος για το
μάθημα της γεωγραφίας και την κυλάμε στον πράσινο κάμπο με τα
μικρά χαμομήλια.
Τη νύχτα σκαρφαλώσαμε κρυφά, εκεί στο κοιμητήρι του χωριού, πήραμε κάμποσα γυμνά κεφάλια και τα γιομίσαμε με χόρτο και λουλούδια.
Στη θέση των άδειων ματιών βάλαμε δυο τριαντάφυλλα.
Τώρα είναι όλα φωτεινά και ρόδινα.
Εμείς το ξέραμε από πριν πως γρήγορα θα’ ρχόταν το καλοκαίρι
κι ας μην το’ γραφε το ημερολόγιο.»

«Δεν αγαπάμε, αυτή την ώρα, τα βιβλία με τους λιγνούς καλόγερους των στίχων.»

«Έχουμε κρύψει στη σάκκα του σχολείου ένα κουτί χρυσόμυγες
και τις ακούμε να βουΐζουν στο μάθημα της αριθμητικής.»

«Ο λιγνός δάσκαλος που φοράει ματογυάλια από χιόνι και σακκάκι
από τσουκνίδες θα μας μαλώσει πάλι γιατί δεν έμαθε πως το φως
λουλούδισε στις αυλές απ’ τα δικά μας μόνο μάτια.
Εμείς γελάμε πάλι.
Το σκάμε απ’ το μάθημα της ιστορίας και των θρησκευτικών.
Μαζί μας το σκάει κ’ η Ρουθ κ’ η Ιουδήθ, ανασηκώνουν τα φουστάνια τους,
πηδούν το φράχτη και τρέχουν να μας βρούνε.
Πετάμε στη θάλασσα το αναγνωσματάρι, και ζωγραφίζουμε στον άμμο
με το δάχτυλο τον ήλιο που γελάει.
Έτσι του αρέσει κάποτε και του ήλιου να γελάει μην τύχει και γεράσει
κλεισμένος μές στο φως του.»

« Ο Γιάννης Ρίτσος είναι ο ανεμπόδιστος της αθωότητας, ο παλαιός ελληνικός κόσμος της μεσογειακής συνείδησης, ο θίασος της αναίμακτης Επανάστασης, ένας εστέτ ο οποίος δεν ακκίζεται αλλά προσπαθεί να χτίσει οίκους ευγένειας σε καιρούς ανοίκειους.»

«Ένα ψηλό παράθυρο είναι το τραγούδι. Βλέπει στο δρόμο, βλέπει
και στον ουρανό.
Απ’ αυτό το παράθυρο κοιτάμε τον κόσμο.
Τα βράδια ανάβουν στις βουνοκορφές αγροτικές φωτιές σαν ανοιχτά
φωτισμένα παράθυρα στη μακρινή πολιτεία της γαλήνης.
Εκεί κάθουνται οι άγγελοι μαζί με τους τσοπάνους και τα πρόβατα,
και ξαναλέν χαρούμενοι τα παραμύθια του περασμένου χειμώνα.
Εμείς κουβαλήσαμε δω πέρα το χαμένο καλοκαίρι – κείνο το βράδυ που όλοι κλαίγαν μες στον άνεμο και κρυώναν.»

«Μια κοπέλα καθισμένη στο κατώφλι της μέρας μαθαίνει μαντολίνο.
Μα το φως μπλέκεται στα μικρά δάχτυλά της και στάζουν λουλουδάκια
πασχαλιάς απ’ τις σπασμένες νότες.
Ο κάμπος γελάει και σαλεύουν τα πράσινα γένεια του.
Ο ήλιος μεθυσμένος με την κόκκινη μύτη του τρεκλίζει
ανάμεσα στα δέντρα και κυνηγάει τα νυσταγμένα μοσκαράκια.
Κι εμείς πίσω απ’ τις καλαμιές, φωνάζουμε στον ήλιο:
«Μπάρμπα, μπάρμπα μεθύστακα, πρόσεξε, θα σκοντάψεις
κ’ η μύτη σου θα σπάσει και θα γεμίσεις παπαρούνες τον αγρό».
Πήραν τη φωνή μας τα τζιτζίκια, πήραν τη φωνή μας τα πουλιά
και ξύπνησαν το Θεό απ’ το μεσημεριάτικο ύπνο του.
Κι ο Θεός τρίβει τα μάτια του, μας βλέπει και γελάει.»

Διάσπαρτες μέσα στους αισιόδοξους και χαρούμενους στίχους υπάρχουν στιγμές θλίψης και μελαγχολίας .

«Χριστέ μου, γιατί φόρεσες αυτό το πένθιμο μακρύ φουστάνι κι αυτά τ’ αγκάθια στο κεφάλι σου; Χαθήκαν τα λουλούδια;
Ή τάχατε, αν φορούσες παπαρούνες πάνου στ’ αχτένιστα μαλλιά δε θα σ’ ανοίγανε την πόρτα τ’ ουρανού;
Μη χαμογελάς που’ χω κ’ εγώ δεμένο το κεφάλι.
Είναι που γλίστρησα προχτές μέσα στα βάτα κυνηγώντας πεταλούδες.
Έλα να πιαστούμε απ’ το χέρι σαν παιδιά και να πάμε στους αγρούς να σε μάθω φλογέρα.
Δεν ταιριάζουν στο νέο πρόσωπό σου οι ρυτίδες της μητέρας όταν αφήνει μια στιγμή τη δουλειά και κοιτάζει απ’ το παράθυρο το νέο φεγγάρι.
Πάμε να σου κόψω τα λυπημένα μαλλιά σου με το ίδιο μεγάλο ψαλίδι
που κουρεύουν τα πρόβατα.
Και, να δεις, ο Θεός θα μας αγαπήσει, θα μας βάλει να κάτσουμε στα πόδια του και θα χαμογελάσει γλυκά καθώς εμείς θα στολίζουμε τα μακριά μουστάκια του με μαργαρίτες.
Κι όταν βραδιάσει θα ζέψουμε το μικρό του τ’ αμάξι που το σέρνουν
οι γρύλλοι και θα περάσουμε στη μέση του παράδεισου ενώ οι άγγελοι θ’ ανάβουν τ’ αστέρια για να φωτίζουν τα παιδάκια που μείνανε κάπου στον κάμπο».

«Όταν ξυπνούσαμε είμαστε θλιμμένοι.
Εκείνες είχαν φύγει αμίλητες έτσι όπως ήρθαν.»
«Τη νύχτα οι μυγδαλιές με τ’ άσπρα τους φορέματα περάσαν κάτου
απ’ τα παράθυρά μας αργές και λυπημένες, όμοιες με κείνα τα χλωμά κορίτσια του ορφανοτροφείου όταν γυρίζουν από μια μικρή εκδρομή, την Κυριακή, πιασμένες δυό –
δυό απ’ το χέρι, χωρίς να μιλάνε, χωρίς να βλέπουν τ’ άστρα που φυτρώνουν ένα – ένα μες στον ίσκιο, μακρινά κ’ ευτυχισμένα.»

«…Στις χειμαρρώδεις ( σε ελεύθερο στίχο πια) λυρικές συνθέσεις αυτής της περιόδου τα μηνύματα εκπέμπονται με συνωμοτική κρυπτικότητα και συμβολική εμβέλεια…»

«Κανένας δεν ξέρει τίποτα για μας όταν μιλάμε σιγά στ’ αυτί μιας πεταλούδας.»
«Παρακαλέσαμε ύστερα τις κάργιες να μην πουν τίποτα της μάνας μας
για ό,τι γίνηκε πίσω απ’ τα δέντρα που στάζαν ρετσίνι.»
«Σε κανέναν μην πεις πού πηγαίνουμε.»
«Τη νύχτα σκαρφαλώσαμε κρυφά, εκεί στο κοιμητήρι του χωριού, πήραμε κάμποσα γυμνά κεφάλια και τα γιομίσαμε με χόρτο και λουλούδια.»
«Όμως οι μεγάλοι δεν ξέρουν πού κοιτάμε εμείς, δεν ξέρουν το δικό μας θερισμό κι ούτε μπορούν να φάνε απ’ το δικό μας στάρι.»

Μέσα από συμβολισμούς και υποδηλώσεις δίνεται ο αγώνας και οι θυσίες για έναν καλύτερο κόσμο.
Ο ποιητής είναι ήδη μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1934. Οι πολιτικές συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες καθώς από τον Αύγουστο του 1936 είχε επιβληθεί η μεταξική δικτατορία. Ο Μάης του 1936 είχε αφήσει το αποτύπωμά του στον «Επιτάφιο» και ο Ρίτσος είχε νιώσει τη βαρβαρότητα του καθεστώτος βλέποντας αντίτυπα του έργου του να καίγονται στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.


«Οι μεγάλοι μάς λένε: τεμπέληδες.
Μα εμείς ξέρουμε από δουλειά και καθόμαστε ξύπνιοι ως την αυγή
δουλεύοντας στο μεγάλο γαλάζιο χωράφι για να μη λείψει ο κήπος του ήλιου
πάνου απ’ τους κήπους των ανθρώπων.
Εμείς, κι ας μας λένε τεμπέληδες, ξέρουμε τι είναι μόχτος, ξέρουμε τι είναι
να οργώσεις απ’ την αρχή τον πιο μεγάλο αγρό που κάθε μέρα τον σκεπάζουν οι τσουκνίδες.
Εμείς ξέρουμε πόσο κουράστηκαν τα χρυσά χεράκια των αχτίνων
για να χτίσουν τούτες τις χαρούμενες πολιτείες των λουλουδιών
με τ’ ανοιχτά μπαλκόνια των τριαντάφυλλων, με τα ψηλά καμπαναριά
των κρίνων.
Οι άλλοι βλέπουν μονάχα τις αχτίνες και τα λουλούδια.
Δεν ξέρουν τίποτα για το δικό μας μόχτο και το δάκρυ.
«Άταχτα, σιωπηλά και πεισματάρικα παιδιά, που δεν ακούσαμε
ποτέ κανέναν, ακούσαμε τη σιωπή μες στη νύχτα και
μιλήσαμε αγνώριστα λόγια.
Μάθαμε κείνο πούναι πιο πολύ απ’ όλα και δε μαθαίνεται
πάνου στα θρανία, έξω απ’ τα φωτεινά σχολεία των δέντρων.
Θάταν άδικο να πεις πως δεν κάναμε τίποτα και πως αφήσαμε
το σπίτι να ρημάξει.
Κοίταξε τον κήπο και πες.
Δεν το ξέρεις τάχα πως κι αν πέσει το σπίτι, θα μείνει το φως
να μας δείξει να χτίσουμε σ’ ένα καλύτερο σχέδιο το καινούργιο σπίτι;
Κοίταξε τ’ ασημένια χέρια μας που δούλεψαν στον άλλο αγρό,
στην άλλη μέρα.
Βλέπεις πώς λάμπουν τ’ ασημένια χέρια μας μέσα στους ίσκιους
– τα χέρια μας που καμιά νύχτα δε μπορεί ποτέ να τα κερδίσει.»

Όλα κινούνται προς το φως και καλούν με όλες τους τις δυνάμεις τον ζωντανό και ζωογόνο ήλιο


«ΕΪ, ΜΗΝ ΚΟΙΜΑΣΑΙ. Το μεσημέρι σαν ξυπόλυτο παιδί με πρόσωπο ιδρωμένο,
μ’ αχτένιστα χρυσά μαλλιά και με μια φυσαρμόνικα στο στόμα, στέκεται κάτου απ’ τα παράθυρα και σε φωνάζει.
Παράτα την άρρωστη μάνα σου.
Ξεγέλασε τον παράξενο παππού σου που όλη την ώρα ξύνει τη φαλάκρα του και παραπονιέται για τις μύγες.
Πήδα, λοιπόν, απ’ το παράθυρο κ’ έλα να κυνηγήσουμε ορτύκια.
Ο μόρτης ήλιος αγκαλιάζει την άνοιξη κάτου απ’ τα δέντρα
κ’ εμείς αγκαλιάζουμε τα δέντρα.
Τα περιστέρια παίζουνε πλάι στο ποτάμι, πηδάει το ένα πάνου στη ράχη του αλλουνού, κ’ έτσι δυό – δυό περπατάνε στην όχθη παραπέφτοντας σα να ζητάνε να ψηλώσουν για να δουν πιο πέρα τι γίνεται αύριο.
Αύριο είναι τα γενέθλια του ήλιου κι ο ήλιος έχει τα χρόνια μας.
Εδώ που φτάσαμε άκρη – άκρη στ’ όνειρο μας, γιορτάζουμε
μαζί με τον ήλιο την ίδια μέρα – κάθε μέρα.»

«Το χώμα ποτίστηκε με φως. Δεν ξεχωρίζεις φως και χώμα.

Εμείς είμαστε τ’ όνειρο μας.»

Γιάννης Ρίτσος, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, Δοκιμασία, Ποιήματα, τ. 1, Κέδρος 1961


περισσότερα, πολύ ενδιαφέροντα εδώ: atexnos