Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Στο όρυγμα «παρέα» με τον Κάλβο
και τον Καβάφη


Ο Οδυσσέας Ελύτης όπως είναι γνωστό πήρε μέρος στον πόλεμο του ’40 κατατασσόμενος σαν ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α’ Σώματος Στρατού. 
Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του 1941 μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο νοσοκομείο Ιωαννίνων.
Στο όρυγμα «παρέα» με τον Κάλβο και τον Καβάφη

«Μου έτυχε, χωρίς διόλου να ‘μαι θαρραλέος, να βρεθώ δυο τρεις φορές πιο κοντά στο θάνατο παρά στη ζωή. Στον πόλεμο, φυσικά. Λοιπόν, ήταν κάτι εντελώς αντίθετο απ’ αυτό που περίμενα. 

Εγώ που τα ‘χανα στην Αθήνα με το παραμικρό και που ένας απλός πονόδοντος μ’ έκανε να στέλνω στο διάβολο όλα μου τα προβλήματα, εδώ αισθανόμουνα μια διαύγεια καταπληκτική, μια δύναμη ικανή, θα έλεγα, να κυριαρχεί τα πράγματα και προς τα εμπρός και προς τα πίσω, χωρίς να παρεμβάλλεται τίποτα ανάμεσά τους, μια ηρεμία ουράνια, όπου μπροστά της η ταραχή του κόσμου, εκείνη κατησχυμένη και όχι εγώ, σταματούσε. Καμιά φορά συλλογίζομαι πως ίσως γι αυτό σώθηκα.

Είχα, θυμάμαι, βρεθεί σ’ αρκετή απόσταση κι από το πλησιέστερο όρυγμα κι από την παραμικρότερη ανωμαλία του εδάφους όπου θα υπήρχε τρόπος να προφυλαχθώ, τη στιγμή που όλες μαζί συγκεντρωμένες οι πυροβολαρχίες των Ιταλών, προετοιμάζοντας την επίθεση που ακολούθησε, άρχισαν, μπορεί να πει κανείς, με συχνότητα βολών πολυβόλου, να εξαποστέλλουν τις οβίδες τους στις γραμμές μας. 

Μέσα σε λίγα λεπτά ο τόπος ολόκληρος ντουμάνιασε από τους καπνούς και τη βρόμα της μπαρούτης. Στήλες από πυκνό χώμα υψώνονταν στον αέρα και ξαναπέφτανε, με πέτρες και ξύλα, βροχή πάνω στη ράχη μου. Κι αυτό το κακό ήξερα ότι θα κρατήσει- όπως και κράτησε- τουλάχιστον δυο ώρες. Να μετακινηθώ δεν υπήρχε περίπτωση. Έμενα μόνος, καθηλωμένος στο έδαφος, γραπωμένος απ’ το χώμα, ένα σώμα μαζί του, κι άκουγα τις κοντές αναπνοές μου, ένα είδος λαχάνιασμα που βέβαια κι αυτό δεν το είχε προκαλέσει κανένα τρέξιμο αλλά η αντίδρασή μου στον αιφνιδιασμό.
Ήτανε και το μόνο άλλωστε. Γιατί σε λίγο άρχισα, με κατάπληξη, να αισθάνομαι κάτι άλλο, που μήτε ούτε ο ίδιος ήθελα να το παραδεχτώ: ότι συνεχίζω τις σκέψεις που είχα κάνει το προηγούμενο βράδυ, μη μπορώντας να κοιμηθώ, για την ποίηση του Κάλβου. 

Ναι, τώρα το έβλεπα, θα έπρεπε, άμα γυρίσω στην Αθήνα, να ολοκληρώσω το δοκίμιο για την εντελώς προδρομική θέση που είχε η εικονοπλαστική φαντασία του μέσα στη νεοελληνική έκφραση. Εκείνος ο καπνός που “θλίβει το διάστημα γαλάζιον των αέρων”, και το πρόσωπο της παρθένου “υγρόν υπό το σύγνεφον της δυστυχίας”, και το βράδυ που “εισπνέει μέσα εις τα πολύδενδρα δάση το τεθλιμμένον φύσημα”, και το “αναπαυμένον μέτωπον της οικουμένης”- βρε τον άτιμο! Αμ κείνες οι ελπίδες των θνητών που “χάνονται ως λεπτόν βόλι εις άπειρον βάθος πελάγου”; Τι τόλμη για κείνη την εποχή. Έτσι έπρεπε να ονομάσω τη μελέτη μου “Η Λυρική Τόλμη του Ανδρέα Κάλβου”.

Βέβαια είναι δύσκολο να το πιστέψει κανένας. Ίσως και να υπερβάλλω λιγάκι. Αλλά το ξαναλέω: έβλεπα πολύ καθαρά ότι αυτό ήταν παραλογισμός, ότι από τη μια στιγμή στην άλλη κινδύνευα να τιναχτώ στον αέρα ή να μείνω μ’ ένα ποδάρι, κι όμως θυμόμουνα έναν άλλο ποιητή, τον Καβάφη, και σχεδόν γελούσα με την ικανότητα που είχε η σκέψη του- η σκέψη του; Η ποίησή του;- να προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις. Αυτό πια καταντούσε passé- partout. “Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό, επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται”

Κι αλήθεια, είχα γίνει κι εγώ ένας καβαφικός Φερνάζης*. Η ποιητική ιδέα πήγαινε κι ερχότανε. Οι πιο κοντινές εκρήξεις, που με την πίεση των αερίων με κοπανούσανε χάμου κυριολεκτικά, δε με τρομάζανε τόσο, όσο μ’ ενοχλούσε εκείνος ο φαντάρος που είχε βρεθεί λίγα μέτρα παρακάτω και φώναζε όλη την ώρα: “κερατάδες! κερατάδες!”».

(Ο. Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Το χρονικό μιας δεκαετίας, εκδόσεις Ίκαρος)