Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — «Είμαι καλά».
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.

Ο εικονιζόμενος κρατούμενος, στις νυχτερινές κρίσεις του,
έτρεχε έξω από το «τρελάδικο», φωνάζοντας «μεριάστε να διαβώ»,
και ριχνόταν στα σύρματα ή στα μυτερά βράχια.
πηγή
Είμαι καλά, Μητερούλα ... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει ... Μάνα ...
Τρεμούλα των χεριών ...
Χρόνια που ξεφεύγετε απ’ την μπόλια ...
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου ...
Είμαι καλά.


«Πρώτον, Σεβαστή μου ...»
«Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω ...» Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι «Είναι καλά ...»
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ' τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Μητερούλα ... Υγείαν έχω»
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
«Πρώτον, Μητερούλα ...» Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
«Είμαι καλά».

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω ...
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα «Είμαι καλά»
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
«Είμαι καλά».

Ξέρω, αχ, Μητερούλα ...
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου ...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω ...
«Είμαι καλά».

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα ...
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
«Είμαι καλά».

Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά ... Αφού αραδιάζω στο χαρτί,

«Είμαι καλά».

Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα ...
Για να ’ρχονται - κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
«Είμαι καλά».

Μανούλα εσύ ... Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών ...
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου ...
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ' την καρδιά μου:
Μάνα ... Αχ ... Μάνα, Μάνα ...
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα ...
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ ... ησύχασε, Μανούλα.
«Είμαι καλά»
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά...

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκρού του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ
➽➽➽➽➽➽➽➽➽
Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους. 
Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστορήμα «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό «Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο».

Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά». 
Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει». 

Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως «ο συγγραφέας, λοιπόν, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθησε κι έγραψε στην Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα. 
Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε. 
Η ΔΙΑΤΑΓΗ: 
Η αλληλογραφία θα διενεργείται εφ' απλού δελταρίου επί του οποίου θ' αναγράφονται ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει ....
-------

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

William Shakespeare - (SONNET 66)
M' όλα αυτά απόκαμα... - Tired with all these



σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα

M' όλα αυτά απόκαμα, ζητάω ν' αναπαυτώ στο μνήμα:
να βλέπω, λέω, την αρετή ζητιάνα γεννημένη
το κούφιο Τίποτα φαιδρό με κορδωμένο βήμα,
την πίστη την αγνότερη χυδαία απαρνημένη,την τιμημένη Υπεροχήν αισχρά παραρριγμένη,
την χάρη την παρθενικήν ωμά ξεπορνεμένη,
την τέλεια Ωραιότητα κακά εξευτελισμένη,
την Αξίαν από ανάπηρην κυβέρνια αχρηστεμένη,την Τέχνη από την κρατική εξουσία γλωσσοδεμένη,
την Γνώση από τη σχολαστική Μωρία περιορισμένη,
την πιο απλήν Αλήθεια ηλίθια παρονομασμένη,
την Καλοσύνη στην κυρα-Κακία υποταγμένη.
......... Μ' όλα αυτά απόκαμα, δε θέλω πια να ζήσω,
......... μόνο που την αγάπη μου πεθαίνοντας θ' αφήσω.
ORIGINAL TEXT

Tired with all these, for restful death I cry,
As to behold desert a beggar born,
And needy nothing trimmed in jollity,
And purest faith unhappily forsworn,
And gilded honor shamefully misplaced,
And maiden virtue rudely strumpeted,
And right perfection wrongfully disgraced,
And strength by limping sway disablèd,
And art made tongue-tied by authority,
And folly, doctor-like, controlling skill,
And simple truth miscalled simplicity,
And captive good attending captain ill.
  Tired with all these, from these would I be gone,
  Save that to die, I leave my love alone.

MODERN TEXT


Because I’m tired of all of these things, 
I cry out for restful death: 
deserving people destined to be beggars, 
and worthless people dressed up in fancy clothes, 
and sacred vows broken, and rewards 
and honors shamefully bestowed on the wrong people, 
and chaste women turned into whores, 
and people perfectly in the right disgraced 
with slander, and the strong disabled by authorities 
who are weak, and artists silenced by authority, 
and fools controlling the wise like a doctor does the sick, 
and simple truth mistaken for simplemindedness, 
and good enslaved by evil. 
I’m tired of all these things and would like to escape them, 
except that if I die I’ll be leaving the person I love all alone.

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Emily Dickinson — Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο
There is no Frigate like a Book
Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα
που κατευθύνει μιαν ανθρώπινη ψυχή!

Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο 
Να μας πηγαίνει σε τόπους μακρινούς 
Ούτε ένα άλογο κούρσας 
Δεν ξεπερνάει μια σελίδα αγέρωχης ποίησης. 
Αυτή τη διάσχιση κι οι πιο φτωχοί μπορούν να κάνουν 
Χωρίς διόδια να τους καταπιέζουν. 
Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα 
που κατευθύνει μιαν ανθρώπινη ψυχή! 
There is no Frigate like a Book 
To take us Lands away, 
Nor any Coursers like a Page 
Of prancing Poetry – 
This Traverse may the poorest take 
Without oppress of Toll – 
How frugal is the Chariot 
That bears a Human soul 

Emily Dickinson — Άγριες νύχτες - Wild nights!
Αχ! η Θάλασσα!/Μονάχα να προσόρμιζα -απόψε-/Σ' εσένα!

Άγριες νύχτες - Άγριες νύχτες! 
Αν ήμουν μαζί σου 
Οι Άγριες νύχτες θα ήταν 
Η απόλαυση μας!

Μάταιοι -οι άνεμοι- 
Για μια καρδιά σε λιμάνι- 
Αρκετά με την Πυξίδα- 
Αρκετά με τους Χάρτες!

Κωπηλατώντας στην Εδέμ 
Αχ! η Θάλασσα! 
Μονάχα να προσόρμιζα -απόψε- 
Σ' εσένα! 
Η ποιήτρια του αποκλεισμού και της απομόνωσης 
Wild nights - Wild nights!
Were I with thee
Wild nights should be
Our luxury!

Futile - the winds -
To a Heart in port -
Done with the Compass -
Done with the Chart!

Rowing in Eden -
Ah - the Sea!
Might I but moor - tonight -
In thee!

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Σκοπευτήριο Καισαριανής (Πρωτομαγιά ’44)
Είδατε τα πουλιά, που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους, τον ανατέλλοντα πυρφόρον.

Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί.
Γυμνοί, κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες,
-η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο-.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε τα πουλιά, που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους, τον ανατέλλοντα πυρφόρον.
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ανοίγουνε στο μέλλον.
Εμείς, μερτικό δε ζητήσαμε …. Τίποτα …. Μόνον
θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

«Σήμερον ὁ Ἰούδας...»


«Σήμερον ὁ Ἰούδας 
καταλιμπάνει τόν Διδάσκαλον 
καί παραλαμβάνει τόν διάβολον· 
τυφλοῦται τῷ πάθει τῆς φιλαργυρίας, 
ἐκπίπτει τοῦ φωτός ὁ ἐσκοτισμένος∙ 
πῶς γάρ ἠδύνατο βλέπειν ὁ τόν φωστῆρα πωλήσας 
τριάκοντα ἀργυρίων; 
ἀλλ᾽ ἡμῖν ἀνέτειλεν ὁ παθών ὑπέρ τοῦ κόσμου∙ 
πρός ὅν βοήσωμεν∙ 
Ὁ παθών καί συμπαθῶν ἀνθρώποις, δόξα σοι».

♰♰♰♰♰♰♰
«Σήμερον ὁ Ἰούδας, 
παραποιεῖται θεοσέβειαν, 
καὶ ἀλλοτριοῦται τοῦ χαρίσματος, 
ὑπάρχων μαθητής, γίνεται προδότης, 
ἐν ἤθει φιλικῷ, δόλον ὑποκρύπτει, 
καὶ προτιμᾶται ἀφρόνως 
τῆς τοῦ Δεσπότου ἀγάπης, 
τριάκοντα ἀργύρια 
ὁδηγὸς γενόμενος, συνεδρίου παρανόμου. 
Ἡμεῖς δὲ ἔχοντες σωτηρίαν τὸν Χριστόν, 
αὐτὸν δοξάσωμεν.»

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Νίκος Γκάτσος — 3. «Μεγάλη Τρίτη»
Εσύ αμνίον για σφαγή/Κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Επόρευσαν οι βασιλείς και εκ του οίνου της πορνείας
εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην.
Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.
Ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας.
Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
Στα καπηλιά της πολιτείας
Εσύ αμνίον για σφαγή
Κι εμείς κριοί της αμαρτίας.
Το πολύτιμον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων και εξέχεεν
εις τους αχράντους πόδας σου.
Δε σε πτόησαν οι Πιλάτοι
ουτ’ ο καιρός που ειν’ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.
Εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις
εμέ εν τη σκοτία μη μείνη.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Νίκος Γκάτσος — 2. «Μεγάλη Δευτέρα»
Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.


«Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.
Το Άλφα και το Ωμέγα.
Περίμενέ με μάνα μου, περίμενέ με ακόμα
ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.
Ο γεωμέτρης του αχανούς.
Ο ποιμήν των αστέρων.
Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.
ο κυβερνήτης των Αριθμών.
Ο δαμαστής των σημείων.
Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου στο φρέαρ της αβύσσου.
Εγγύς. Εγγύτατος ο καιρός.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.»
itzikas

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Βασιλική Δεδούση — «ὡς οἱ παῖδες»


Για Σένα πήραμε, Χριστέ, σαν τα παιδιά
στα χέρια μας τα νικητήρια βάγια,
σαν τότε οπού στην εμπασιά της Άγιας της Πόλης,
από τ’ άδειο πια του Λάζαρου γυρνώντας 
το μνημούρι,
του φοβερού θανάτου μας ελπιδοφόρος νικητής
και δωρητής φιλεύσπλαχνος του δώρου 
της ανάστασης,
γύρω σου κι ολοτρόγυρα
παιδιά φωνάζαν «Ωσαννά», βλογούσαν τ’ όνομά Σου,
τιμούσαν τον Πατέρα Σου που σ’ έστειλε κοντά μας.

Αξίωσέ μας, Δέσποτα Συ και της ζωής μας Κύριε,
μαζί μ’ εκείνα τα παιδιά, παιδιά κι εμείς δικά Σου,
αγαπημένα από Σε, φίλοι πιστοί κι αδέρφια Σου,
το «Ωσαννά», το «Δόξα Σοι» -για Σε που κατοικείς
στα ύψιστα του Ουρανού τα μέρη-
από καρδιά, από ψυχή και σκέψη 
και διάνοια
ολημερίς, ολονυχτίς να ανυμνολογούμε
κι ας παραστέκει, τώρα σαν πρώτα, 
όχλος αχάριστος
με στόματα μαυρόψυχα που ουρλιάζουν
«Σταυρωθήτω».
Βασιλική Π. Δεδούση

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Κωστής Παλαμάς — «Ἀνατολή» - Αντ. Νταλγκάς - «Αμανές τής αυγής»
Κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει,
καὶ μία φυλὴ ζῇ μέσα σας καὶ λιώνει.

Εικαστικό αφιέρωμα στη μικρασιατική καταστροφή
Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά,
πῶς ἡ ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Εἶναι χυμένη ἀπὸ τὴ μουσική σας
καὶ πάει μὲ τὰ δικά σας τὰ φτερά.

Σᾶς γέννησε καὶ μέσα σας μιλάει
καὶ βογγάει καὶ βαριὰ μοσκοβολάει
μία μάννα· καίει τὸ λάγνο της φιλί,
κ᾿ εἶναι τῆς Μοίρας λάτρισσα καὶ τρέμει,
ψυχὴ ὅλη σάρκα, σκλάβα σὲ χαρέμι,
ἡ λαγγεμένη Ἀνατολή.

Μέσα σας κλαίει τὸ μαῦρο φτωχολόι,
κι ὅλο σας, κ᾿ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρὸ κι ἀργό.
Μαῦρος, φτωχὸς καὶ σκλάβος καὶ ἀκαμάτης,
στενόκαρδος, ἀδούλευτος, διαβάτης
μ᾿ ἐσᾶς κ᾿ ἐγώ.


Στὸ γιαλὸ ποὺ τοῦ φύγαν τὰ καΐκια,
καὶ τοῦ μείναν τὰ κρίνα καὶ τὰ φύκια,
στ᾿ ὄνειρο τοῦ πελάου καὶ τ᾿ οὐρανοῦ,
ἄνεργη τὴ ζωὴ νὰ ζοῦσα κ᾿ ἔρμη,
βουβός, χωρὶς καμιᾶς φροντίδας θέρμη,
μὲ τόσο νοῦ,

ὅσος φτάνει σὰ δέντρο γιὰ νὰ στέκει
καὶ καπνιστὴς μὲ τὸν καπνὸ νὰ πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
καὶ κάποτε τὸ στόμα νὰ σαλεύω
κι ἀπάνω του νὰ ξαναζωντανεύει
τὸν καημὸ ποὺ βαριὰ σᾶς τυραννᾷ.

Κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει,
καὶ μία φυλὴ ζῇ μέσα σας καὶ λιώνει.
Καὶ μία ζωὴ δεμένη σπαρταρᾷ,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά.


Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Sara Teasdale — There will come soft rains
Και να που θα ‘ρθει μια ζεστή βροχούλα και της γης το μοσχομύρισμα

Και να που θα ‘ρθει μια ζεστή βροχούλα και της γης το μοσχομύρισμα,
Και τα χελιδόνια θα σπαθίζουν τον αιθέρα με το αστραφτερό τους τιτίβισμα·

Και να, τα βατράχια θα κοάζουν στις νυχτερινές λίμνες,
Και οι αγριοδαμασκηνιές  θα τρεμοπαίζουν  τα λευκάνθια τους·

Οι κοκκινολαίμηδες  θα φορέσουν τα φλόγινά τους πούπουλα,
Σφυρίζοντας με χάρη πά' σε συρμάτινο φραχτάκι·

Κανένας δε θα ξέρει για τον πόλεμο, κανέναν
δε θα νοιάξει πότε έγινε, πότε τέλειωσε·

Μητ’ ένας θα νοιαχτεί, ούτε πουλί, ούτε δέντρο,
Αν η αθρωπότη για πάντα χάθηκε·

Και η ίδια η Άνοιξη, σα θα ξυπνήσει ένα πρωί,
Ίσα που θα καταλάβει πως εμείς για πάντα φύγαμε.
μετφρ. Βασιλική Π. Δεδούση


There will come soft rains (1920)
Sara Teasdale

There will come soft rains and the smell of the ground,
And swallows circling with their shimmering sound;

And frogs in the pools singing at night,
And wild-plum trees in tremulous white;

Robins will wear their feathery fire,
Whistling their whims on a low fence-wire;

And not one will know of the war, not one
Will care at last when it is done.

Not one would mind, neither bird nor tree,
If mankind perished utterly;

And Spring herself, when she woke at dawn
Would scarcely know that we were gone.

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Yevgeny Yevtushenko — «Με ευπρέπεια», «Κρέμασα το ποίημά μου»
«Κι αυτό ακόμα πρέπει να τ’ αντέξω»
«Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου»


«Όταν η αλήθεια αντικαθίσταται από την σιωπή, η σιωπή είναι ψέμα»
«Η ποίηση είναι σαν ένα πουλί, αγνοεί όλα τα σύνορα»


Με ευπρέπεια


Με ευπρέπεια. Το κυριότερο, να δέχεσαι
με ευπρέπεια όποιους καιρούς και να ‘ρθουν,
όταν λιμνάζουν οι εποχές
ή συνταράζονται μέχρι το βάθος.
Με ευπρέπεια, το κυριότερο, με ευπρέπεια
έτσι ώστε ‘κείνοι που μοιράζουνε τις χάρες
να μη σε οδηγήσουνε στο στάβλο
και σου βουλώσουν με άχυρα το στόμα.
Ο φόβος των καιρών φέρνει την πτώση.
Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου
παρά για το χαμό προετοιμάσου
του κάθε τι που τρέμεις μη το χάσεις.
Αν γύρω σου η καταστροφή ακραία
τόσο ακραία που δεν μπορούσες να προβλέψεις
θυμήσου εκείνο που μουρμούρισες μια μέρα:
«Κι αυτό ακόμα πρέπει να τ’ αντέξω».

💥💥💥💥💥
Κρέμασα το ποίημά μου

Κρέμασα το ποίημά μου
σ’ ένα ψηλό κλαδί.
Κοίτα το
που χτυπιέται με τον άνεμο.
Ξεκρέμασέ το,
μου είπες,
σταμάτα το μαρτύριό του.
Ξαφνιασμένοι οι διαβάτες
το βλέπουν τόση ώρα!
Το δέντρο χαιρετά,
κινώντας το ποίημά του.
Δεν υπάρχει τίποτα για απάντηση.
Πρέπει να φύγουμε.
-Θα το απαρνηθείς;
Μάλλον.
Μα μη φοβάσαι, αύριο ένα άλλο θα ‘χει την ίδια τύχη.
Θα’ πρεπε να ξοδεύομαι σε τέτοια παιχνίδια;
Ένα ποίημα δεν βαραίνει πολύ το κλαδί ενός δέντρου.
Θα γράψω για σένανε όσα θελήσεις,
τόσους στίχους
όσα και δέντρα υπάρχουν.
Κι ύστερα τι θ’ απογίνει μ’ εμάς τους δυο;
Ίσως όλα αυτά να τα ξεχάσουμε πολύ γρήγορα;
Όχι!
Λίγο να μας πιάσει η κούραση στο δρόμο
και θα μπορέσουμε να ξαναδούμε
το μέρος
που ολόλαμπρο
το δέντρο
χαιρετά,
κινώντας το ποίημά του.
Τότε θα ξανά ‘ρθει το χαμόγελό μας.
-Πάμε!
«Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου»
💥💥💥💥💥

Shostakovich 13th Symphony (part-3/7)
Η 13η Συμφωνία του Σοστακόβιτς είναι πάνω σε στίχους του Γιεβγκιένι Γιεφτουσένκο, εμπνευσμένοι από ένα αποτρόπαιο έγκλημα που διαπράχτηκε στο Μπάμπι -Γιαρ (κοντά στο Κίεβο) κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από τα Ναζιστικά στρατεύματα
Θύματα: Περί τις 35 χιλιάδες Εβραίοι. 
Επί ημέρες εκτελούντο κατά ομάδες 10 ατόμων.

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ναζὶμ Χικμέτ — Νανούρισμα στο γιο μου
Πελώρια αέρινη γέφυρα δένει τα περιγιάλια.
Στ' αστραφτερό δοκάρι της εσύ αγναντεύεις.
Κοίτα κάτω, μη ζαλιστείς. Κοίτα πάνω,
το κεφάλι σου λες κι ακουμπάει στον ουρανό...

William Rothenstein - 1872 – 1945
Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Στον ύπνο σου έρχεται μια θάλασσα απέραντη. Βουνά
τα κύματά της, φουσκώνουν αφρισμένα, λυσσομανάνε...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Στον ύπνο σου έρχεται ένα καράβι, κι εσύ στη γέφυρα
του καπετάνιου. Στα δεξιά σου, το κύμα που χτυπιέται,
και στα ζερβά σου... Για δες το που σε πολεμάει...
Μα μη σε νοιάζει, γιε μου, μη φοβάσαι! Οι μηχανές δουλεύουνε
σαν την καρδιά σου. Το σκαρί γερό και το τιμόνι στα χέρια σου...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Πελώρια αέρινη γέφυρα δένει τα περιγιάλια.
Στ' αστραφτερό δοκάρι της εσύ αγναντεύεις.
Κοίτα κάτω, μη ζαλιστείς. Κοίτα πάνω,
το κεφάλι σου λες κι ακουμπάει στον ουρανό...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Τι πολλά βιβλία είν' αυτά;  Όλα τα έχεις διαβάσει;
Ρυτίδες στο μέτωπό σου, τα μαλλιά σου κατάλευκα.
Τα μάτια σου είναι τα μόνα στη γη που έχουν καταλάβει.
Το πρόσωπό σου όμορφο σαν την αιωνιότητα.
Μην αμφιβάλλεις, μη φοβάσαι μη και δεν βρήκες ό,τι έψαχνες.
Διάβαζε πολεμώντας, διάβαζε αυτό που διαβάζεις
χωρίς να το ξεχωρίζεις από τη μάχη...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Άκου· φωνές ακούς. Κοίτα τι όμορφα χρώματα που βλέπεις...
Τα χέρια σου χαϊδεύουν το μάρμαρο, και να, του δίνουν το πιο σταθερό,
το πιο ζωντανό σχήμα...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Άφοβος σαν θαλασσινός, μάστορας δημιουργός,
φιλόσοφος γνώστης και καλλιτέχνης τολμηρός·  έτσι να γίνεις...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...

Ν. Χικμέτ "Το ερωτευμένο σύννεφο"

μτφρ. Έρα Σαββαΐδου, Ύψιλον


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ
Νανούρισμα στο γιο μου


O πατέρας-ποιητής παραστέκεται στο άρρωστο παιδί του και υπαγορεύει στη μητέρα το παρακάτω ασυνήθιστο νανούρισμα.
Ο γιος μου κρυολόγησε. Καίει στον πυρετό, ύπνος δεν τον παίρνει. Τα μάτια του βγάζουνε φωτιές. 

Κι η μάνα του: «Να νανουρίσω το μωρό μου», λέει. «Τι να του τραγουδήσω; "Νάνι νάνι το παιδί μου" ή το "Ας κοιμηθεί να μεγαλώσει κι ύστερα πασάς να γένει";» 
Μα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η μάνα του γιου μου έτσι θα 'θελα να τον νανουρίσει
πρώτη ανάρτηση: hamomilaki

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Νίκος Καζαντζάκης – Τυπικάρης (Απόσπασμα)
Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε
στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος...

Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε
στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος,
το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος!
Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον
και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι
με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας –
να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος!
Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο
λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά
νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας.
Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι
κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας,
στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις
κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γυιό Σου.
Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο
της δύναμής Του· εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος
μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης — Τέχνη
Τώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια μπορώ/να γράψω/ένα στίχο, αληθινό.

AN OLD MAN IN AN ARMCHAIR
Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, τάδα ύστερα να μαραίνονται και να
σβήνουν,
και μ’ όλο που ξέφευγα απόνα κίνδυνο, έκλαψα
γι αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα. Δόθηκα στα πιο μεγάλα
ιδανικά, μετά τ’ απαρνήθηκα,
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα. Ένοιωσα ντροπή
μπροστά στους καλοντυμένους,
και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους
φτωχούς,
είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια,
θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία,
συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν, έγλυψα εκεί που έφτυσα
έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις, πλέον αργά, ότι
είσαι ένας άλλος
από κείνον που ονειρευόσουνα, ντρόπιασα τ’ όνομα μου
για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού πάνω μου –
κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός. Τις νύχτες έκλαψα,
συνθηκολόγησα τις μέρες, αδιάκοπη πάλη μ’ αυτόν τον δαίμονα
μέσα μου
που τα ήθελε όλα, τούδωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις, τα πιο
καθάρια μου όνειρα
και πείναγε, τούδωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ, χρέη,
εξευτελισμούς,
και πείναγε. Βούλιαξα σε μικροζητήματα
φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,
έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, και την άλλη στιγμή,
χωρίς κανείς να μου το ζητήσει
έκοψα μικρά-μικρά κομμάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα στα
σκυλιά.
Τώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια μπορώ
να γράψω
ένα στίχο, αληθινό.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Ζωή Καρέλλη — Θαυμάζοντας την Πλατυτέρα
στὴν Χρυσὴ Κόγχη τῆς Ἁγίας Σοφίας, στὴ Θεσσαλονίκη.

Καθὼς ἔφευγα, ὕστερα·
σκεφτόμουνα ἐκείνους ποὺ ὅταν θὰ ἔρθουν,
θὰ σ' ἀγνοοῦν Παρθένε
καὶ θὰ δέχονται ξένοι
τὴν ἐπιβολὴ τῆς θείας ἐμορφιᾶς Σου.

Κάποτε αὐστηρή, σχεδὸν ἐπιτιμητικὴ
κι' ἄλλες φορὲς ἐνδοτική, Σύ,
ἡ γνωρίζουσα τὴ σημασία τῆς ἀνθρώπινης
ἀδυναμίας, τοῦ πόνου,
ἡ μεσιτεύουσα.

Θάρθουν ἐκεῖνοι
πού τὸ νόημα τῆς δόξας Σου
καὶ τῆς ἀγνοίας Σου τὸ μυστικό,
στὴ γνώση τους, θὰ τὸ παραμελοῦν.

Στὸ βλέμμα, στὴ λαλιά,
στὸ κράτημα τῆς κεφαλῆς,
στοῦ σώματός των τὴν ὑπερηφάνεια,
θὰ ἐπιμένουμε στῆς ἀλλαγῆς τὴ σημασία.

Δὲ θάχουν καταλάβει ἀκόμα τὸ χάρισμα
τῆς προσφυγῆς, στὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας
τῆς ζωῆς. Θὰ Σὲ κοιτάζουν
Κόρη ἀπειρόγαμη τοῦ θαύματος ἐπὶ τῆς γῆς,
δίχως νὰ συλλαμβάνουνε τὴν ἔνδοξή Σου βασιλεία.

Θάρθουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀγωνιζόμενοι,
θὰ περιγράψουν πάλι διαφορετική,
τὴν ἀναλλοίωτή Σου καλλονή,
τὴν διαφορὰ ἀπ' τὴ μοναδικὴ Μορφή Σου.


Ἀπὸ τὸ «Χριστιανικὸν Συμπόσιον» Ἀθῆναι 1969,
Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 022ος — ΚΥΡΙΟΣ ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει.

ΚΥΡΙΟΣ ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει. 
εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν,
ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με, 
τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. 
ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης 
ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. 
ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, 
οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· 
ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, 
αὗταί με παρεκάλεσαν. 
ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, 
ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με· 
ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, 
καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον. 
καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με 
πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, 
καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου 
εἰς μακρότητα ἡμερῶν.

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — «Βλέπετε κύριοι αυτά τα πράγματα
οι άνθρωποι τα ζουν, δεν τα υπογράφουν»


«Σηκώθηκα κι έκανα τα τρία βήματα που απομένανε. Με περιμένανε όλοι, όλοι. Δεν έλειπε κανείς, ούτε και η άδεια μου καρέκλα, ούτε η πένα που θα υπόγραφα. Όλοι και όλα ήταν εκεί.

– Δεν θα σας απασχολήσω πολύ κύριοι, είπα. 
– Καθίστε.
– Όχι, ευχαριστώ. Ήρθα μόνο να σας πω ότι δεν θα υπογράψω.
– Πως; Μα το πρωί… 
– Έχετε δίκιο. Όμως, πριν μπω εδώ, σταμάτησα και κουβέντιασα με τη συνείδησή μου.
– Έκανες σε κανένα κακό; Τη ρώτησα. Μου είπε: Όχι
Αγαπάς όλο τον κόσμο; Μου απάντησε, ναι
Αγαπάς πολύ την Ελλάδα; Μου είπε: Απέραντα
Βλέπετε κύριοι αυτά τα πράγματα οι άνθρωποι τα ζουν, δεν τα υπογράφουν. Και έφυγα.

Έτσι που ακουμπούσαν τα μάγουλά μας πάνω στα χέρια μας, είχανε τόσο τρέξει τα δάκρυα που τα μανίκια μας ήτανε μουσκεμένα. Εκείνη την ώρα δεν ζούσαμε. Ήτανε μια υπέροχη κοινωνία.
– Γιάννης Ρίτσος (…)»
--------------
(Απόσπασμα από την αφήγηση του ζωγράφου Μάνθου Κέτση, συνεξόριστου του Γιάννη Ρίτσου, για το πώς ο ποιητής αρνήθηκε την υπογραφή δήλωσης μετανοίας στο διοικητήριο των βασανιστών του στη Μακρόνησο. 
«Γιάννης Ρίτσος, Κινηματογραφική αυτοβιογραφία, Γιώργος και Ηρώ Σγουράκη, έκδοση Αρχείο Κρήτης»)

antikleidi