Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Νυχτερινός ναός
... και η πύλη του ναού
έχασκε απέναντι, τρομαχτικά μεγάλη κι αδιάβατη μέσα στη νύχτα.

Το βλέμμα του ήτανε σαν το εσωτερικό μεγάλου ναού μέσα στη νύχτα.
Η κεντρική πύλη ανοιχτή. Σβησμένοι οι πολυέλαιοι. Μαντεύονταν
τα σκοτεινά μανουάλια ασάλευτα σ’ ένα βάθος αόριστο
κι οι μεγάλες ολόσωμες εικόνες που ευωδιάζουν απ’ την υγρασία,
κερί λιωμένο, μακρινή καπνιά, μύρτα και μαραμένα βάγια
εκείνη η μυστική ελευθερία κ’ η στενόμακρη κάθετη ορότητα.

Μια συντροφιά πέρασε απ’ έξω τα μεσάνυχτα. Η πρώτη τους κίνηση,
να μπούνε μέσα, να προσευχηθούν, να εξομολογηθούν, να γονατίσουν.

Μα ένιωσαν μονομιάς ανέτοιμοι, ένοχοι. Τα γόνατά τους άκαμπτα
βαριά λασπωμένα τα παπούτσια τους. Κι οι σπίθες των άστρων τόσο απόμακρες.
Έστριψαν τοίχο-τοίχο τη Μητρόπολη, όσο μπορούσαν πιο αθόρυβα
και τράβηξαν πιο κει ως το καπηλειό. Σε λίγο ακούστηκαν
τα μεθυσμένα τους τραγούδια, δυνατά, σχεδόν πεισμωμένα
και η πύλη του ναού
έχασκε απέναντι, τρομαχτικά μεγάλη κι αδιάβατη μέσα στη νύχτα.