Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης — Πανάρχαιη αντιδικία
«Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδιζε με την καινούργια μέρα του.»

... Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα, και 
μάλιστα χωρίς να ’ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζι-
ού - κανείς; αστείοι που είμαστε – αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύ-
χτα, στέκεται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω
πανουργίες, θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις, 
αλλά Εκείνος με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να 
 βρω μια υπεκφυγή, μια διέξοδο...
...
Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και 
άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδιζε 
με την καινούργια μέρα του.

Από την ενότητα «ΔΑΦΝΕΣ ΓΙΑ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥΣ» 
της ποιητικής σύνθεσης «Ο τυφλός με τον λύχνο» (1983)

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης — Αγιότητα

Ημερολόγιο ήσυχο στον τοίχο, μια ημερομηνία κ’ οι άγιοι σι-
ωπηλοί, χλωμοί κι αναμάρτητοι, σημειωμένοι μόνο με το μικρό
τους όνομα, όπως τους φώναζε η μητέρα τους.


Κύριε, κανείς δεν ήθελε να μεγαλώσει.

Από την ενότητα «ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ» της ποιητικής σύνθεσης 
«Ο τυφλός με τον λύχνο» (1983)

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Βασιλική Δεδούση — Όλο, όλο... (Προσμονή αγγιγμάτων)
«... στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν/πώς να πω;
Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;»

In The Woods
Οι σκέψεις…
-χορός αγρίων έξαλλος-
βροντοχτυπούν το στέρφο χώμα
ο γδούπος των πελμάτων,
βαρύς τραχύς και απτόητος
για να καρπίσει η γη

Τα γράμματα… 

άναρχα
κλεμμένα απ’ την πανάρχαια αλφάβητο
Οι λέξεις… 

βουρκωμένες
Μήτρα ο νους,
μοναχικός Ιάσωνας
μπροστά στις Συμπληγάδες
Ο πηγαιμός σαν ερχομός,
η ανησυχιά της προσμονής
σαν τόκος απρόσμενος
ακούσια εκούσιος,
να φύγει ή όχι τάχατες
η άσπρη περιστέρα;

Κυνηγημένος ιδρώς του Ιάσωνα
από τη γνώση που κατείχε
πριν δει, πριν μάθει,
και τώρα αποκαλύπτεται
κάθε ίδια στιγμή
τόσο αλλιώτικη
σε ένα παρόν αδιάλειπτο.

- Προχώρα το, μη σταματάας,
συνέχισε…
-να, και η ψυχούλα η άγρυπνη στο διπλανό μου δώμα-
- Μα, τι να πω; Πώς να το πω; Με λέξεις ποιές;
- Πες, όλοο, όοολοοοο…

Στο λιοτριβειό του νου
αναδεφτήρας οι μυλόπετρες,
πετροχυμό δε βγάζουν
παρά μονάχα αν συνθλιβούν τα λόγια,
τα πνιχτά επιφωνήματα,
οι μισές κοφτές λέξεις,
οι λέξεις-ανάσες.

Να συνθλιβούν και να θλιβούν.

Δάκρυ ψυχής, ακύλιστο
απόσταγμα να τρέξει
καθάριο ολοζώντανο
και να ειπωθεί το ανείπωτο,
να γίνει λόγος η ματιά,
το ερωτικό βλεφάρισμα
φράση λειψή, μα ολόκληρη,
φράση που σπαρταράει:
Όοολο, όλοοοοοο

Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια δε θέλω,
δε θέλω
και ο νους ενεός -εντός μου κι εκτός-
οικείο το άγνωστο,
και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο

Ήρθα και ήσουν εδώ
και απών, εδώ
σαν από πάντα
συνισταμένη της ζωής μου, εσύ
δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,
ανάδοχέ μου έρωτα,
της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση

Ιδεογράμματα εικόνων,
ιερέων παλαιών γλυφουργήματα
σε υποχθόνιους τοίχους,
στης αγάπης της δάδας το φως
μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων
σ’ εξαίσια σύνθεση
-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-

Λαχτάρα ψυχής για ανεμοπέταγμα
προσμονή αγγιγμάτων
στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν
πώς να πω;
Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;

Καστανές οι ματιές, του ελατόμελου γλύκα
σε μια λέξη το κάλεσμα
- έλα
- εγώ;
- ναι, έλα...
και το είναι μου
μ' ένα κορμιού διασκέλισμα,
με λαχτάρα καρδιάς
και του μυαλού μου το σάλεμα,
κάτοχος γίνεται,
αποδέκτης και δότης…
δίνει, προσφέρει και ποτέ δεν αδειάζει
δέχεται, παίρνει και ποτέ δε γεμίζει
και σφραγίζοντας παίρνει του Έρωτα σφράγισμα.

Αίτημα και παρότρυνση σε πρόθυμη αποδέκτη
ισχυρή και ανίσχυρη,
αδύναμη που τα πάντα μπορεί…
- έλα
- εγώ;

Όλα τα σ’ αγαπώ
δικά σου, δικά μου, δικά μας
Τα χρώματα όλα τ’ άπειρα
δικά σου, δικά μου, δικά μας

Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,
-τ’ αλλιώτικο ίδιο-
Και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον
Βασιλική Π. Δεδούση

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Παραδοσιακό — Αν βουληθώ, να σ’ αρνηθώ...
«να μην μπορώ φιλί να βρω/μη δάκρυ να δακρύσω!»

Thomas Kinkade Garden Of Promise
Αν βουληθώ, αν βουληθώ
να σ’ αρνηθώ
να σ’ απολησμονήσω
να μην εβρώ νερό να πιω
μη ρούχο να φορήσω

Αν βουληθώ, αν βουληθώ
να σ’ αρνηθώ
να σ’ απολησμονήσω
να μην μπορώ φιλί να βρω
μη δάκρυ να δακρύσω!

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Κωστής Παλαμάς —Ονειρεμένη Προσευχή
«Χριστέ μου, κράτα με μακριά απ’ τις κακίες του κόσμου,
Στην φάτνη βρέφος, όσο ζω να σε λατρεύω δος μου.»

Χριστέ μου, κράτα με μακριά απ’ τις κακίες του κόσμου,
Στην φάτνη βρέφος, όσο ζω να σε λατρεύω δος μου.
Κι όσο θα ‘ρθει από Σε σταλτός ο χάρος να με πάρει,
κάμε συ, βρέφος, να σταθώ μπροστά στη θεία Σου χάρη.
Και κάμε λόγια τα έργα μου σαν των αγρών τα κρίνα,
προφητικά, φεγγοβόλα κάμε τα σαν εκείνα,
της νύκτας των απλών βοσκών. Γεννιόσουν και γρηκούσαν.
Τους ουρανούς ολάνοικτους που σε δοξολογούσαν.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης — Η Γέννηση
«Είδες –μου λέει– γεννήθηκε η ευσπλαχνία!»
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. 

Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες –μου λέει
 γεννήθηκε η ευσπλαχνία!»
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Από την ενότητα «Ο Ιησούς» της ποιητικής σύνθεσης 
«Ο τυφλός με τον λύχνο» (1983)

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Πάνω σὲ μιὰ χειμωνιάτικη ἀχτῖνα
«... ψάχνεις γωνιὲς ὅπου τὸ μαῦρο/ἔχει τριφτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει... »

Εἶπες ἐδῶ καὶ χρόνια:
«Κατὰ βάθος εἶμαι ζήτημα φωτός».
Καὶ τώρα ἀκόμη σὰν ἀκουμπᾷς
στὶς φαρδιὲς ὠμοπλάτες τοῦ ὕπνου
ἀκόμη κι ὅταν σὲ ποντίζουν
στὸ ναρκωμένο στῆθος τοῦ πελάγου
ψάχνεις γωνιὲς ὅπου τὸ μαῦρο
ἔχει τριφτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει
ἀναζητᾷς ψηλαφητὰ τὴ λόγχη
τὴν ὁρισμένη νὰ τρυπήσει τὴν καρδιά σου
γιὰ νὰ τὴν ἀνοίξει στὸ φῶς.

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Τὰ χέρια
«Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕναν μεγάλο κῆπο.»


Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕνα μεγάλον ἴσκιο
τὸ χρῶμα τῆς αὐγῆς τὸ αἰσθάνομαι στὰ δάχτυλά σου.
Ξέχασε τὸ ψέμα ποὺ σὲ βοήθησε νὰ ζήσεις
γύμνωσε τὰ πόδια σου, γύμνωσε τὰ μάτια σου,
μᾶς μένουν λίγα πράγματα ὅταν γυμνωθοῦμε
ἀλλὰ τὰ βλέπουμε στὸ τέλος πιστά.

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ᾿ ἕνα μονοπάτι,
τ᾿ αὐλάκια χαλασμένα δεξιὰ κι ἀριστερά, στὴν ἄκρη
τὸ σπίτι μὲ γυαλιὰ ποὺ τὸ χτυπάει ὁ ἥλιος, ἄδειο.
Σκέφτηκα τὰ δάχτυλά σου νὰ χτυποῦν τὰ τζάμια
σκέφτηκα τὴν καρδιά σου νὰ χτυπᾷ πίσω ἀπ᾿ τὰ τζάμια
καὶ πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν ἕναν ἄνθρωπο
ποῦ δὲν τὰ ξεπερνᾷ.

Δὲν ξέρεις τίποτα γιατὶ κοίταξες τὸν ἥλιο.
Τὸ αἷμα σου στάλαξε στὰ μαῦρα φύλλα τῆς δάφνης
τ᾿ ἀηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στὸ φεγγάρι
καὶ στὸ ποτάμι τό ῾συρα κι ἔβαψε τὸ ποτάμι.

Συλλογίζομαι, ὅταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι
τὶς φλέβες μου καὶ τὸ μυστήριο τῶν χεριῶν σου ποὺ ὁδηγοῦν
κατεβαίνοντας προσεχτικὰ σκαλοπάτι τὸ σκαλοπάτι.
Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕναν μεγάλο κῆπο.

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Piazza San Nicolo - «Δὲν εἶναι μεγάλο πράγμα
ν᾿ ἀνεβεῖς μὰ εἶναι πολὺ δύσκολο ν᾿ ἀλλάξεις... »


Τὸ σπίτι γεμάτο γρίλιες καὶ δυσπιστία
σὰν τὸ καλοκοιτάξεις στὶς σκοτεινὲς γωνιὲς
«γιὰ χρόνια πλάγιαζα νωρίς» ψιθυρίζει
«κοίταζα τὴν εἰκόνα τοῦ Ὕλα καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Μαγδαληνῆς
προτοῦ καληνυχτίσω κοίταζα τὸ παλιὸ ἔλατο μὲ τ᾿ ἄσπρο φῶς
τὰ μέταλλα ποὺ γυάλιζαν καὶ δύσκολα ἄφηνα
τὶς τελευταῖες φωνὲς τῆς μέρας».
Τὸ σπίτι σὰν τὸ καλοκοιτάξεις μέσα ἀπὸ τὶς παλιὲς κορνίζες
ξυπνᾶ μὲ τὰ πατήματα τῆς μητέρας στὰ σκαλοπάτια
τὸ χέρι ποὺ φτιάνει σκεπάσματα ἢ διορθώνει τὴν κουνουπιέρα
τὰ χείλη ποὺ σβήνουν τὴ φλόγα τοῦ κεριοῦ.

Κι ὅλα τοῦτα εἶναι παλιὲς ἱστορίες ποὺ δὲν ἐνδιαφέρουν πιὰ κανέναν
δέσαμε τὴν καρδιά μας καὶ μεγαλώσαμε.
Ἡ δροσιὰ τοῦ βουνοῦ δὲν κατεβαίνει ποτὲ χαμηλότερα ἀπὸ τὸ καμπαναριὸ
ποὺ μετρᾶ τὶς ὦρες μονολογώντας καὶ τὸ βλέπουμε
σὰν ἔρχεται τ᾿ ἀπόγευμα στὴν αὐλὴ
ἡ θεία Ντάρια Ντιμιετρόβνα τὸ γένος Τροφίμοβιτς.
Ἡ δροσιὰ τοῦ βουνοῦ δὲν ἀγγίζει ποτὲ τὸ στιβαρὸ χέρι τοῦ Ἅη Νκόλα
μήτε τὸ φαρμακοποιὸ ποὺ κοιτάζει ἀνάμεσα σὲ μιὰ κόκκινη καὶ πράσινη σφαίρα
σὰν ὑπερωκεάνειο μαρμαρωμένο.

Γιὰ νὰ βρεῖς τὴ δροσιὰ τοῦ βουνοῦ πρέπει ν᾿ ἀνέβεις ψηλότερα ἀπ᾿ τὸ καμπαναριὸ
κι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἅη Νικόλα
κάπου 70 ἢ 80 μέτρα δὲν εἶναι πολύ.
Κι ὅμως ἐκεῖ ψιθυρίζεις ὅπως σὰν πλάγιαζες νωρὶς
καὶ μέσα στὴν εὐκολία τοῦ ὕπνου χάνονταν ἡ πίκρα τοῦ ἀποχωρισμοῦ
ὄχι λέξεις πολλὲς δυό-τρεῖς μονάχα καὶ τοῦτο φτάνει
ἀφοῦ κυλᾶνε τὰ νερὰ καὶ δὲ φοβοῦνται μὴ σταματήσουν
ψιθυρίζεις ἀκουμπώντας τὸ κεφάλι στὸν ὦμο ἑνὸς φίλου
σὰ νὰ μὴν εἶχες μεγαλώσει μέσα στὸ σπίτι τὸ σιωπηλὸ
μὲ φυσιογνωμίες ποὺ βάρυναν καὶ μᾶς ἔκαναν ἀδέξιους ξένους.
Κι ὅμως ἐκεῖ, λίγο ψηλότερα ἀπ᾿ τὸ καμπαναριό, ἀλλάζει ἡ ζωή σου.

Δὲν εἶναι μεγάλο πράγμα ν᾿ ἀνεβεῖς μὰ εἶναι πολὺ δύσκολο ν᾿ ἀλλάξεις
σὰν εἶναι τὸ σπίτι μέσα στὴν πέτρινη ἐκκλησιὰ
κι ἡ καρδιά σου μέσα στὸ σπίτι ποὺ σκοτεινιάζει
κι ὅλες οἱ πόρτες κλειδωμένες ἀπὸ τὸ μεγάλο χέρι τοῦ Ἅη Νικόλα

Πήλιο-Κορυτσά, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο ῾37
Μια «πλάγια θεώρηση» της σεφερικής ποίησης

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Γράμματα στη Μαρώ
«Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως,
αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο»

Τα ερωτικά γράμματα του ποιητή προς στην αγαπημένη του Μαρώ είναι μικρά δοκίμια του έρωτα 

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…» 

«Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο» 

«Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω -γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου- δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..» 

«Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Αυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει» 

«Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί… Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.» 

«Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.» 

«Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….» 

«Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.» 

«Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.» 

«Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο» 

«Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει “Θεέ μου πόσο την αγαπώ” κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου» 

«Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…» 

«Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις» 

«Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.» 

«Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..» 

«Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή -ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου- είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα» 

«Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα -ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη- θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν… φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.» 

«Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….» 

«Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…» 

«Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…» 

«…Χτες πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα από τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄ είχε πάρει ο ύπνος.» 

«…Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;» 

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ' έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…» 

«Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….» 

«Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία» 

«Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν» 

«Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;» 

«Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω, δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;» 

«Θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…» 

«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ» 

«Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…» 

«Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα» 

doctv

περισσότερα για τον ποιητή και την αγαπημένη του Μαρώ, εδώ

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Έξοδος κινδύνου
«Όταν οι ιδέες θα ξαναγίνουνε ιδέες...
τότε θα πάψει κι ο πλανήτης μας να ταλαντεύεται
πότε από δω, πότε από κει, πάνω στον άξονά του.»


Όταν οι ιδέες θα ξαναγίνουνε ιδέες
(γιατί κι αυτό μπορεί να γίνει αλλά σε μακρυνούς καιρούς)
όταν θα ξαναρχίσουν οι μορφές να διαχωρίζονται 
απ' το χάος,
όταν οι έννοιες θ' αποχτήσουνε τη στερεότητά τους,
όταν οι λέξεις θα ονομάζουνε συγκεκριμένα πράγματα,
τότε θα πάψει κι ο πλανήτης μας να ταλαντεύεται
πότε από δω, πότε από κει, πάνω στον άξονά του.
«Διαμαρτυρία» - Αθήνα, Διογένης, 1974.

nikiforosvrettakos

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Στήν Τζένη*
«Εἶχες μέσα σου χρώματα νά ὑφάνεις
τόν κόσμο σου δίπλα στόν κόσμο μου.
Ἐγώ εἶχα λέξεις, ἐσύ εἶχες φῶς.

The painting shows Samantha smiling sweetly 
as she holds a bunch of flowers and clutches a letter.
Εἶχες μέσα σου χρώματα νά ὑφάνεις
τόν κόσμο σου δίπλα στόν κόσμο μου.
Ἐγώ εἶχα λέξεις, ἐσύ εἶχες φῶς.
Ἀλλά ἦρθε στόν ὕπνο μου χτές
ἕνας ἄγγελος καί μοῦ χάιδεψε
τήν καρδιά, λέγοντάς μου πώς ὄχι
τά διάφανα σάν ψυχές παιδικές,
ἤ ἕνα μέρος τῆς αὐγῆς χρώματά σου
ἀκόμη δέν τά παράδωσες.

* αφιερωμένο στην κόρη του, Ευγενία Βρεττάκου-Παπαδημητρίου

Εκκρεμής δωρεά - Αθήνα, Τα Τρία Φύλλα, 1986.
nikiforosvrettakos

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν
«Χρειάζεται ὁ κόσμος ροῦχα ψυχή μου,
γιά ὧρες βροχῆς, γιά ὧρες ἀνέμου,
γιά ὧρες ἀφέγγαρης λύπης/καί νύχτας.»

The Pinch of Poverty - 1891 Thomas-Benjamin-Kennington
Αὐτή τήν τραχύτητα
τῶν λέξεων, ψυχή μου, πῶς τή μπορεῖς;
Χαμήλωσε τώρα, ἤ σώπασε,
ὅπως οἱ πέτρες, ἤ ὅπως
ὁ ἄλαλος πόνος, ἤ ἄλλαξε.
Γίνου κάτι ἄλλο. Κάτι σάν τήν ἀφή
τοῦ ἥλιου στά δάχτυλα
τοῦ τυφλοῦ.
Κλείσου τώρα καί γνέσε,
μαλλί τοῦ ἥλιου, τό αἷμα σου,
ζῶσε τόν κόσμο. Γίνου κλωστές,
ὥρα νά ὑφάνουμε.
Χρειάζεται ὁ κόσμος ροῦχα ψυχή μου,
γιά ὧρες βροχῆς, γιά ὧρες ἀνέμου,
γιά ὧρες ἀφέγγαρης λύπης
καί νύχτας. Γύρω ἀπό τήν
ἐρημιά τῆς ἐλπίδας, χρειάζεται ὁ κόσμος
ἕναν ὁρίζοντα. Γίνου καθώς
ἀπάνω ἀπ’ τούς λόφους κάποτε ὁ Μάης
βροχούλα μετάξινη:
Παρηγορία καί φῶς, στούς ὤμους
τοῦ κόσμου.

Από το "ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ", 1961

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Αλέξανδρος Παναγούλης — Η Μπογιά
Όμως μπογιά δε βρήκαν
Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν


Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά.

Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν να μάθουνε

που βρήκα τη μπογιά.
 
Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού.
 
Όμως μπογιά δε βρήκαν
Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν
Στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου - Απομόνωση - Ιούνιος 1971


ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ
από την έκδοση «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης — Δεκαέξι χαϊκού
Πού να μαζεύεις/τα χίλια κομματάκια/του κάθε ανθρώπου.

Ένα χαϊκού διαβάζεται σε μιαν αναπνοή
Το χαϊκού είναι γιαπωνέζικη στιχουργική μορφή, που έγινε αρκετά δημοφιλής στη Δύση από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. 
Πρόκειται για επιγράμματα 17 συλλαβών, που διαιρούνται σε τρεις ανομοιοκατάληκτους στίχους (5, 7 και 5 συλλαβών).
Α'
Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα κρασί
και σβήνει ο ήλιος.

Β'
Στον κάμπο ούτ' ένα
τετράφυλλο τριφύλλι.
Ποιος φταίει απ' τους τρεις;

Γ'
Στον κήπο του μουσείου
Άδειες καρέκλες
τ' αγάλματα γύρισαν
στ' άλλο μουσείο.

Δ'
Να 'ναι η φωνή
πεθαμένων φίλων μας
ή φωνογράφος;

Ε'
Τα δάχτυλά της
στο θαλασσί μαντίλι
κοίτα: κοράλλια.

ΣΤ'
Συλλογισμένο
το στήθος της βαρύ
μες στον καθρέφτη.

Ζ'
Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του δέντρου
κι εσύ βελάζεις.

Η'
Νύχτα, ο αγέρας
ο χωρισμός απλώνει
και κυματίζει.

Θ'
Νέα μοίρα
Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που έσπασε
ήταν γεμάτο αστέρια.

Ι'
Τώρα σηκώνω
μια νεκρή πεταλούδα
χωρίς φτιασίδι.

ΙΑ'
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.

ΙΒ'
Άγονος γραμμή
Το δοιάκι τι έχει;
Η βάρκα γράφει κύκλους
κι ούτε ένας γλάρος!

ΙΓ'
Άρρωστη Ερινύς
Δεν έχει μάτια
τα φίδια που κρατούσε
της τρών' τα χέρια.

ΙΔ'
Τούτη η κολόνα
έχει μια τρύπα, βλέπεις
την Περσεφόνη;

ΙΕ'
Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ' αφήσει
μόνο στον ήλιο.

ΙΣΤ'
Γράφεις
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.

Το κυρίαρχο συναίσθημα στα ΙΑ΄, ΙΕ΄, ΙΣΤ΄

IA΄
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.

Ο ποιητής επιχειρεί να αποδώσει εδώ την αίσθηση πως ο ψυχικός και ο συναισθηματικός κόσμος των ανθρώπων είναι συχνά θρυμματισμένος, λόγω των πολλαπλών επώδυνων εμπειριών της ζωής τους. 

Κάθε άνθρωπος έχει βιώσει ποικίλες απογοητεύσεις και οδυνηρά ψυχικά τραύματα, έχει γνωρίσει την απώλεια κι έχει αναγκαστεί να θυσιάσει πολλά από τα όνειρά και τις ελπίδες του προκειμένου να βρει το κουράγιο να συνεχίσει τον αγώνα της ζωής. Υπ’ αυτή την έννοια η ψυχοσύνθεση κάθε ανθρώπου μοιάζει μ’ ένα σκορπισμένο ψηφιδωτό που δύσκολα μπορεί κάποιος άλλος να το κατανοήσει και να το ανασυνθέσει.
Η προσπάθεια, επομένως, που απαιτείται για να γνωρίσουμε πραγματικά έναν άνθρωπο είναι εξαιρετικά κοπιώδης, εφόσον, όπως χαρακτηριστικά το παρουσιάζει ο ποιητής, είναι να σαν προσπαθούμε να μαζέψουμε τα χίλια μικρά κομμάτια της ψυχής του. Έτσι, ο ποιητής εμφανίζεται απρόθυμος να βιώσει εκ νέου αυτή τη δοκιμασία των διαπροσωπικών επαφών, φανερώνοντας μια απαισιόδοξη στάση απέναντι στην κοινωνική και προσωπική ταυτότητα των ανθρώπων∙ οι άνθρωποι έχουν χάσει την εσωτερική συνοχή τους και την ψυχική τους αρτιότητα, καθιστώντας κάθε επαφή μαζί τους μια πραγματική δοκιμασία. 

Συχνά, άλλωστε, οι άνθρωποι λόγω ακριβώς των ποικίλων εσωτερικών τους αντιθέσεων και του ψυχικού τους κατακερματισμού αδυνατούν να επιτύχουν την επιζητούμενη αίσθηση πληρότητας και ικανοποίησης. Βρίσκονται διαρκώς σε μία κατάσταση έλλειψης, που τους οδηγεί είτε στο να επικρίνουν τον εαυτό τους είτε στο να μεταθέτουν την ευθύνη αυτής της έλλειψης στους άλλους. 
Η καθημερινότητά τους αποτελεί ένα διαρκές παράπονο και μια συνεχή μεμψιμοιρία, καθώς αισθάνονται πως δεν έχουν όσα ή ό,τι επιθυμούν και πως οι άνθρωποι γύρω τους δεν τους βοηθούν όσο ή όπως θα το ήθελαν οι ίδιοι.

IE΄

Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ’ αφήσει
μόνο στον ήλιο.

Ο ποιητής εκφράζει την αίσθησή του πως απομονώνεται και απομακρύνεται απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς, όπως διαπιστώνει ολοένα και περισσότερο, η πλειονότητα των συμπολιτών του «βουλιάζει» σ’ ένα τέλμα ανομίας, ανηθικότητας και εξαχρείωσης. 

Η συνεχής επιδίωξη του κέρδους, η αναζήτηση της ευκολίας, η αδιαφορία απέναντι στα κρίσιμα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, και η απαξίωση κάθε ηθικής αξίας, έχει διαμορφώσει ένα τοξικό περιβάλλον εντελώς ασύμβατο με τις ψυχικές και ηθικές ποιότητες του ποιητή.
Το αίτημα προς τον εαυτό του να κρατηθεί, ώστε να μην παρασυρθεί από την κατάπτωση των άλλων, θα τον διαφυλάξει μεν από την απώλεια της ηθικής του ταυτότητας, θα τον αφήσει όμως μόνο του στο φως του ήλιου και στην αγνή θέαση της ζωής. Ο ποιητής θα βρεθεί έτσι αντιμέτωπος με μια ιδιότυπη μοναξιά, καθώς, ενώ θα βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους, επί της ουσίας θα είναι σα να μην έχει κανέναν γύρω του, αφού κανείς δεν θα μοιράζεται πια την εκτίμησή του για τις ηθικές αξίες της ζωής. Σ’ έναν κόσμο όπου θα κυριαρχεί η διαφθορά κι η αποκλειστική επιδίωξη του προσωπικού κέρδους, ο ποιητής θα αισθάνεται εντελώς απομονωμένος, διότι δεν θα θέλει να ακολουθήσει μια αντίστοιχη πορεία απομάκρυνσης από τις αγαθές αξίες της ζωής.

IΣT΄
Γράφεις·
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.

Ο ποιητής απευθυνόμενος εκ νέου στον εαυτό του σε β΄ πρόσωπο αποδίδει μέσα από μια απρόσμενη αντίθεση τις δυσκολίες που παρουσιάζει η τέχνη του. Τη στιγμή που γύρω του η «θάλασσα» των προβλημάτων, και κατ’ επέκταση τα πιθανά, προς μετουσίωση σε ποιητικό λόγο, θέματα πληθαίνουν διαρκώς, το δικό του μελάνι -η έμπνευση κι η δυνατότητά του να δημιουργεί ποιητικό λόγο- λιγοστεύει.
Ο ποιητής ως ευαίσθητος αποδέκτης της κοινωνικής πραγματικότητας αντιλαμβάνεται τον συνεχή πολλαπλασιασμό των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι συγκαιρινοί του και γνωρίζει πόσο πιο δύσκολη γίνεται μέρα με τη μέρα η ζωή∙ γνωρίζει πόσο πιο περίπλοκες έχουν γίνει με τον καιρό οι ανθρώπινες σχέσεις και πόσο βαθύτερες είναι οι ανησυχίες των ανθρώπων γύρω του. Δυσκολεύεται, ωστόσο, ολοένα και πιο πολύ να μετουσιώσει σε ποιητικό λόγο αυτούς του προβληματισμούς, καθώς όσο περισσότερο επιχειρεί να πλησιάσει τις δυσκολίες της καθημερινότητας τόσο πιο απαιτητική γίνεται η προσπάθεια να διαφυλάξει την ποιητικότητα της έκφρασής του. 

Ό,τι μπορεί, άλλωστε, να διερευνηθεί με επάρκεια στο πλαίσιο του πεζού λόγου, δεν είναι εξίσου εύκολο να δοθεί με ποιητικό λόγο, χωρίς ζημιωθεί η λυρική εκείνη πτυχή της ποίησης που τη διακρίνει από τα άλλα είδη του γραπτού λόγου.
Υπ’ αυτή την έννοια η αύξηση των ερεθισμάτων λόγω του πλήθους των κοινωνικών ζητημάτων και προβλημάτων, όχι μόνο δεν διευκολύνει το δύσκολο έργο του ποιητή, αλλά το καθιστά ακόμη δυσκολότερο, εφόσον η ποιητική έκφραση δεν μπορεί να λάβει την ελεύθερη και άμεση διατύπωση του πεζού λόγου. Η ποίηση θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς και απαιτεί σημαντική προσπάθεια -όπως και έμπνευση- από τη μεριά του δημιουργού, γεγονός που την καθιστά μια δύσκολα επιτεύξιμη μορφή έκφρασης.

Δοκιμάστε να εντοπίσετε σε κάθε ποίημα μια παράδοξη εικόνα και να την ερμηνεύσετε.

...........
η συνέχεια εδώ

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Τά γόνατα τοῦ Ἰησοῦ
«... -μιά νύχτα πού ἡ ἄνοιξη ἦταν ἀβάσταχτη/καί μύριζε ἡ γῆς
κι’ ὁ οὐρανός λεμονάνθι-/στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.»


Καρφωμένα στ’ ἀγριόξυλο τοῦ σταυροῦ, σχηματίζουν
μι’ ἀμβλεία γωνία.
Εἶναι τά ἴδια γόνατα
πού προβάτιζαν, παίζοντας, γύρω ἀπ’ τό κόκκινο
φουστάνι τῆς μάνας του, ὅταν
ἤτανε βρέφος δέκα μηνῶν.
Πού ἀργότερα, ἔφηβος, τ’ ἀκούμπαγε κάτω
στή γῆ πριονίζοντας τό ξύλο ἑνός κέδρου.
Πού λύθηκαν κ’ ἔπεσαν, ἕνας σωρός,
-μιά νύχτα πού ἡ ἄνοιξη ἦταν ἀβάσταχτη
καί μύριζε ἡ γῆς κι’ ὁ οὐρανός λεμονάνθι-
στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
Κι’ εἶναι ἀκόμη τά γόνατα
πού κάθιζε, σιωπηλός, δύο-δύο τά παιδιά
κι’ ἁπλώνοντας δίπλα του, πάνω στή γῆ,
τό ἀπέραντο χέρι του, τά φίλευεν ἕνα
λουλουδάκι –
κομμένο
ἀπ’ τόν πλοῦτο τοῦ σύμπαντος.

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

John McCrae — Στις πεδιάδες της Φλάνδρας - In Flanders Fields

Το ποίημα In Flanders Fields γράφτηκε από τον Καναδό αντισυνταγματάρχη John McCrae και αποτελεί φόρο τιμής στους νεκρούς του Α' Παγκόσμιου Πολέμου. 
Είναι εμπνευσμένο από το θάνατο ενός φίλου του στη δεύτερη μάχη της Φλάνδρας στο Ypres την άνοιξη του 1915. 
Παπαρούνες άνθισαν στο πεδίο τις μάχης λίγες μέρες μετά την μεγάλη καταστροφή...
Σε ελεύθερη απόδοση:
Στις πεδιάδες της Φλάνδρας

Στις πεδιάδες της Φλάνδρας, παπαρούνες ανθίζουν
Ανάμεσα στους σταυρούς σειρά με σειρά,
Την δικιά μας θέση έτσι θυμίζουν.
Κορυδαλλοί θαρραλέα πετώντας,
αψηφούν των όπλων την κλαγγή
σπάνια κελαηδίσματα τραγουδώντας.

Είμαστε οι νεκροί. Πριν λίγες μέρες,
ζήσαμε, νιώσαμε την αυγή και είδαμε την ομορφιά της δύσης.
Αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε, και τώρα κειτόμαστε
στις πεδιάδες τις Φλάνδρας.

Κράτα αυτό που έμεινε από την μάχη μας με τον εχθρό.
Σε σένα τ' αδύναμά μας χέρια παραδίδουν τον πυρσό.
Κάνε τον δικό σου, κράτα τον ψηλά.
Και αν η πίστη σου καμφθεί για μας που 'χουμε πεθάνει
δεν θα κοιμηθούμε ποτέ, όσο φυτρώνουν παπαρούνες
στις πεδιάδες της Φλάνδρας.
In Flanders Fields

In Flanders fields the poppies blow
Between the crosses, row on row,
That mark our place; and in the sky
The larks, still bravely singing, fly
Scarce heard amid the guns below.

We are the dead. Short days ago
We lived, felt dawn, saw sunset glow,
Loved, and were loved, and now we lie
In Flanders fields.

Take up our quarrel with the foe:
To you from failing hands we throw
The torch; be yours to hold it high.
If ye break faith with us who die
We shall not sleep, though poppies grow
In Flanders fields

Νίκος Γκάτσος — Ήρθε ο καιρός
«... πάνω στου κόσμου την πληγή ... να ξαναχτίσετε την γη.»

Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι
κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά
Εσείς που χρόνια δε σηκώσατε κεφάλι
και καλοσύνη δε σας άγγιξε καμιά

Ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
πάνω στου κόσμου την πληγή
ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
να ξαναχτίσετε την γη.

Εσείς αδέρφια που ποτέ δεν βγάλατε άχνα
κι ούτε ξημέρωσε στην πόρτα σας γιορτή
εσείς που η πίκρα σας πλημμύρισε τα σπλάχνα
κι όλοι σάς βλέπανε σαν άγραφο χαρτί.


Ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
πάνω στου κόσμου την πληγή
ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
να ξαναχτίσετε την γη.


Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Gabriela Mistral — Δώσ’ μου το χέρι σου
Dame la mano - Give Me Your Hand

Δώσ’ μου το χέρι σου και θα χορέψουμε
Δώσ’ μου το χέρι και θα μ’ αγαπάς.
Σαν ένα λουλούδι μόνο θα είμαστε
Σαν ένα λουλούδι – κι άλλο τίποτα πια.

Την ίδια στροφή θα τραγουδάμε,
Στο ίδιο βήμα χορό θα πατάς.
Σαν ένα στάχυ θα κυματίζουμε,
Σαν ένα στάχυ – κι άλλο τίποτα πια.

Σε λένε Ρόσα κι εμένα Ελπίδα,
Όμως το ίδιο σου τ’ όνομα θα το ξεχνάς
Γιατί σαν ένας χορός πάνω στο λόφο θα είμαστε
Σαν ένας χορός – κι άλλο τίποτα πια...
Μετάφραση: Δημήτρης Αγγελής
Dame la mano 

Dame la mano y danzaremos;
dame la mano y me amarás.
Como una sola flor seremos,
como una flor, y nada más...

El mismo verso cantaremos,
al mismo paso bailarás.
Como una espiga ondularemos,
como una espiga, y nada más.

Te llamas Rosa y yo Esperanza;
pero tu nombre olvidarás,
porque seremos una danza
en la colina y nada más...
👦👧👦👧👦👧👦👧

Give Me Your Hand

Give me your hand and give me your love,
give me your hand and dance with me.
A single flower, and nothing more,
a single flower is all we'll be.

Keeping time in the dance together,
you'll be singing the song with me.
Grass in the wind, and nothing more,
grass in the wind is all we'll be.

I'm called Hope and you're called Rose:
but losing our names we'll both go free,
a dance on the hills, and nothing more,
a dance on the hills is all we'll be.

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Gabriela Mistral — Η Προσευχή της Δασκάλας - «Η καρδιά μου
να είναι η κολόνα του /και η αγνή μου θέληση πιο δυνατή
από τις κολόνες και το χρυσάφι /των πλούσιων σχολείων.»


Κύριε! Εσύ που δίδαξες, συγχώρα με που διδάσκω·
που φέρω το όνομα της δασκάλας,
που Εσύ έφερες, όταν ήσουν στη Γη.

Δώσε μου την μοναδική αγάπη για το σχολειό μου·
που ούτε το κάψιμο της ομορφιάς να είναι ικανό
να κλέψει την τρυφεράδα μου απ' όλες τις στιγμές.

Δάσκαλε, κάνε ακατάπαυστο τον ενθουσιασμό μου
και περαστική την απογοήτευση.
Βγάλε από μέσα μου αυτόν τον ακάθαρτο πόθο
για δικαιοσύνη που εξακολουθεί να με ταράζει,
το γελοίο απομεινάρι της διαμαρτυρίας
που βγαίνει από μέσα μου, όταν με πληγώνουν.
Να μην πονάει η αγνόηση και να μην θλίβομαι
για την λήθη αυτών που μας δίδαξαν.

Κάνε με να είμαι πιο μάνα από τις μάνες,
για να μπορέσω ν' αγαπήσω
και να υπερασπίσω, όπως αυτές,
αυτό που δεν είναι σάρκα της σάρκας μου.
Βόηθa με να πετύχω να κάνω για καθένα
απ' τα παιδιά μου τον στίχο μου τέλειο
και να σου αφήσω αυτή την άφωνη,
την πιο δυνατή μου μελωδία,
για όταν τα χείλη μου δεν θα τραγουδούν πια.

Δείξε μου τη δύναμη του Ευαγγελίου σου έγκαιρα,
για να μην εγκαταλείψω τη μάχη της κάθε μέρας
και της κάθε ώρας γι αυτό.

Βάλε στο δημοκρατικό σχολειό μου,
τη λάμψη που σκορπίζεται
από το τρέξιμο των ξυπόλυτων παιδιών.

Κάνε με δυνατή,
ακόμα και στη γυναικεία αδυναμία μου
και στη γυναικεία φτώχεια μου·
κάνε με αδιάφορη για ό,τι μπορεί
να μην είναι αγνό,
για κάθε πίεση που δεν είναι
της θερμής θέλησής Σου στη ζωή μου.

Φίλε, συντρόφεψέ με! Στήριξέ με!
Πολλές φορές δεν θα έχω άλλο
από Σένα στο πλευρό μου.
Όταν το δίδαγμά μου θα είναι πιο αγνό
και πιο θερμή η αλήθεια μου,
θα παραμείνω χωρίς τα εγκόσμια·
αλλά Εσύ τότε θα με κυβερνήσεις
ενάντια στην καρδιά Σου,
που γνώρισε αρκετά
τη μοναξιά και την αδυναμία.
Δεν θ' αναζητήσω παρά
στη ματιά Σου τη γλυκύτητα της αποδοχής.

Δώσε μου απλότητα και βάθος·
λύτρωσέ με απ' το να είμαι
περίπλοκη ή κοινότυπη στο καθημερινό μου μάθημα.

Δώσε μου δύναμη να υψώσω τα μάτια
πάνω από το στήθος μου με τις πληγές,
μπαίνοντας κάθε πρωί στο σχολειό μου.
Να μη φέρνω στην έδρα μου τις υλικές μου ανησυχίες,
τις καθημερινές μικροαστικές θλίψεις μου.

Ελάφρυνε το χέρι μου στην τιμωρία
κι απάλυνέ το, ακόμα πιο πολύ στο χάδι.
Να μαλώνω με πόνο,
να ξέρω ότι έχω διορθώσει αγαπώντας!

Κάνε να γεμίσει με πνεύμα
το χτισμένο με τούβλα σχολειό μου.
Να τυλιχτεί με τη λάμψη του ενθουσιασμού μου
η φτωχή του αυλή, η γυμνή του αίθουσα.
Η καρδιά μου να είναι η κολόνα του
και η αγνή μου θέληση πιο δυνατή
από τις κολόνες και το χρυσάφι
των πλούσιων σχολείων.

Και, τέλος, θύμιζέ μου
από την ωχρότητα του καμβά του Velazquez,
ότι το να διδάσκεις
και ν' αγαπάς παράφορα στη Γη
είναι να φτάνεις με τη λόγχη του Λογγίνου
στην καυτή πλευρά του έρωτα.


Μετάφραση, Μαριάννα Τζανάκη
hamomilaki

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Emily Dickinson — Αν ερχόσουν το φθινόπωρο
If you were coming in the fall,/I’d brush the summer by

Lost Love
Αν ερχόσουν το φθινόπωρο
Θα έδιωχνα μακριά το καλοκαίρι
με μισό χαμόγελο και μισή αποστροφή
όπως οι νοικοκυρές διώχνουνε τις μύγες
Εάν περνούσε ένας χρόνος πριν σε δω
θα τύλιγα τους μήνες σε κουβάρια
και θα τους έβαζα σε ξεχωριστά συρτάρια
μέχρι να περάσει ο καιρός τους
Κι αν ακόμα αιώνες αργούσες
στα χέρια θα τους μετρούσα
συνέχεια θ’ αφαιρούσα ίσαμε
τα δάχτυλα να έπεφταν στην γη του Van Diemen
*
Εάν, όπως είναι σίγουρο
η ζωή αυτή τελειώσει
για σένα και για μένα
θα πέταγα τον θάνατο σαν κρούστα
και αιωνιότητα θα γευόμουν
Αλλά τώρα, ανίδεη από το μήκος
του χρόνου το αβέβαιο φτερό,
με κεντρίζει, σαν δαιμόνια μέλισσα,
ότι ποτέ δεν θα μου φανερώσει το τσίμπημά του
If you were coming in the fall
If you were coming in the fall,
I’d brush the summer by
With half a smile and half a spurn,
As housewives do a fly.
If I could see you in a year,
I’d wind the months in balls,
And put them each in separate drawers,
Until their time befalls.
If only centuries delayed,
I’d count them on my hand,
Subtracting till my fingers dropped
Into Van Diemen’s land.
If certain, when this life was out,
That yours and mine should be,
I’d toss it yonder like a rind,
And taste eternity.
But now, all ignorant of the length
Of time’s uncertain wing,
It goads me, like the goblin bee,
That will not state its sting.
* Τασμανία

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Ἐπάρκεια
Εἶναι κοντά μου ἐδῶ κι ὁ Ἁϊ – Γιώργης/ὁ μόνος μου γείτονας.

  Άι Γιώργης Κουρκούτα
Εἶναι κοντά μου ἐδῶ κι ὁ Ἁϊ – Γιώργης
ὁ μόνος μου γείτονας. Κατοικεῖ
στό ἐκκλησάκι πού χτίσαν γι’ αὐτόν
καί τό ἄσπρο του ἄλογο οἱ πρόγονοι.
Κι ἀπό τότε δέν ἔπαψε νά δέχεται
πότε μικρές ἀνεμῶνες, πότε χρυσάνθεμα
καί πότε μυρτιές πού τοῦ φέρνουνε
οἱ ἐπισκέπτες του. Πηγαίνω κ’ ἐγώ,
τόν βλέπω συχνά, αλλά μόνο
σάν φίλος του. Δέν μοῦ χρειάστηκε
τίποτα. Μοῦ ἐδόθη ἐξαρχῆς ὅ,τι
εἶχα ἀνάγκη νά πορέψω
τό βίο μου.
Κ’ ἔχω μέσα μου
ἀκόμη ψωμί καί νερό.

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Θανάσης Χατζόπουλος — Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται 
Ονειρεύεται 
Στο λίκνο της ανάσας του 
Βγάζει έναν φθόγγο, έναν αναστεναγμό 
Ακούγεται μια φυσαλίδα ν’ ανεβαίνει 

Ύπνε που φέρνεις τα παιδιά, έλα φέρε και τούτο… 

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται 
Ταξιδεύει 
Στο κύμα του ιδρώτα του 
Πνέει η αύρα της ζωής με τις εικόνες της 
Στο άλμπουρο χτυπάει το πανί, τεντώνεται 

Ύπνε που φέρνεις τα παιδιά, έλα φέρε και τούτο… 

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται 
Μεγαλώνει 
Έναν έρωτα που βρίσκει μες στο σώμα του 
Μια ιστορία στους χτύπους της καρδιάς του 
Στους βράχους της αλλάζει τη ροή της 

Ύπνε που φέρνεις τα παιδιά, έλα φέρε και τούτο… 

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται 
Διασταυρώνεται 
Στ’ αλώνια με του Διγενή το πάθος 
Τα πόδια του απλώνει και σηκώνεται με μια κραυγή 
Ένα σπαθί γυαλίζει πλάι στο γυμνό του κράτος
Από τη συλλογή «Πρόσωπο με τη γη»
εκδ. Γαβριηλίδης, 2012
andro