Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Νίκος Καρούζος — «Ο Γιάννης μέσα στο έαρ»
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι/να πολεμήσω την Άνοιξη.
Ξένος είμαι στο σπίτι μου/ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

ολόμαυρα μαλλιά 
που 
τόσο χύνονταν 
στις 
πλάτες 
(γλυκειά αίσθηση τα σπλάχνα μου) 
ωσότου χάθηκε στη γωνία του δρόμου 
η γυναίκα. 
Δεν είναι πια 
(ο θάνατος) 
δεν ήτανε πριν 
(η ανυπαρξία) 
και πόσο να 'μενε στα λίγα δευτερόλεπτα. 
Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου 
μ’ ένα κάψιμο. 
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα 
κάποιο δέντρο είμαι 
κ’ έγινε ποτάμι η ρίζα μου 
τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη είν’ η θάλασσα 
και το ποτάμι πάει… 
Δυο φύλλα έρημα τα χείλη μου 
τη νύχτα 
ο άγγελος της μοναξιάς 
με τολμηρά ενδύματα. 
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα 
εποχή εχθρική 
ως το μυρωμένο βράδυ 
ως μέσα στα μεσάνυχτα. 
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι 
να πολεμήσω την Άνοιξη. 
Ξένος είμαι στο σπίτι μου 
ξένος στους δρόμους 
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου. 

Από τη συλλογή «Ποιήματα» [1961] – συγκεντρωτική έκδοση 
«Η πρώτη εποχή», εκδ. Ερατώ, 1987

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Ὁμοιότητες
«Κι ὁ κόσμος μοιάζει τῆς μητέρας μου: ἀγαπημένος
καί χαμένος γιά πάντα.»

Edvard Munch - The Dead Mother
    Ἡ ζωή δέν ἔχει ἔλεος σάν τά παιδιά, οὔτε φιλίες σάν τήν ποίη-
ση. Κι ὁ κόσμος μοιάζει τῆς μητέρας μου: ἀγαπημένος
   καί χαμένος γιά πάντα.

Από τη συλλογή «Ο τυφλός με τον λύχνο» 1983
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 137

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Σούρουπο
«Αν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μιαν άλλη ηλικία
απ’ την αληθινή και τώρα πια τα 'χω μπερδέψει... »

Spencer Frederick Gore 1878 - 1914
Sunset, Letchworth, with Man and Dog, 1912
Αν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μιαν άλλη ηλικία
απ’ την αληθινή και τώρα πια τα 'χω μπερδέψει – δεν ξέρω αν
βρίσκομαι στο τέλος ή έστω στην αρχή, αν πρέπει να φύγω ή να ξανα-
γυρίσω, και ποιο δρόμο να πάρω και να πάω πού; - εξάλλου
σκοτείνιασε
   και τα σκυλιά γαβγίζουν, σταματώντας τους περαστικούς στα
σύνορα του ανείπωτου.

Από τη συλλογή «Ο τυφλός με τον λύχνο» 1983 
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 126

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης — Ὁ βράχος καί τό κῦμα

Στὸν συμβολισμὸ τοῦ ποιήματος, βράχος εἶναι
ὁ κατακτητὴς Τοῦρκος καὶ κῦμα ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμός.

«Μέριασε βράχε νὰ διαβῶ!» τὸ κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στὴν πέτρα τοῦ γυαλοῦ θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μὲς στὰ στήθη μου, ποὖσαν νεκρὰ καὶ κρύα,
μαῦρος βοριὰς ἐφώλιασε καὶ μαύρη τρικυμία.

Ἀφροὺς δὲν ἔχω γι᾿ ἄρματα, κούφια βοὴ γι᾿ ἀντάρα,
ἔχω ποτάμι αἵματα, μὲ θέριεψε ἡ κατάρα
τοῦ κόσμου, ποὺ βαρέθηκε, τοῦ κόσμου, πού ῾πε τώρα,
βράχε, θὰ πέσης, ἔφτασεν ἡ φοβερή σου ἡ ὥρα!
Ὅταν ἐρχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
καὶ σὄγλυφα καὶ σὄπλενα τὰ πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ᾿ ἐκύτταζες καὶ φώναζες τοῦ κόσμου
νὰ δεῖ τὴν καταφρόνεση, ποὺ πάθαινε ὁ ἀφρός μου.

Κι ἀντὶς ἐγὼ κρυφὰ κρυφά, ἐκεῖ ποὺ σ᾿ ἐφιλοῦσα
μέρα καὶ νύχτα σ᾿ ἔσκαφτα, τὴ σάρκα σου ἐδαγκοῦσα
καὶ τὴν πληγὴ ποὺ σ᾿ ἄνοιγα, τὸ λάκκο πού ῾θε κάμω
μὲ φύκη τὸν ἐπλάκωνα, τὸν ἔκρυβα στὴν ἄμμο.

Σκύψε νὰ ἰδῆς τὴ ρίζα σου στῆς θάλασσας τὰ βύθη,
τὰ θέμελά σου τά ῾φαγα, σ᾿ ἔκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ! Τοῦ δούλου τὸ ποδάρι
θὰ σὲ πατήση στὸ λαιμό... Ἐξύπνησα λιοντάρι!»

Ὁ βράχος ἐκοιμότουνε. Στην καταχνιὰ κρυμμένος,
ἀναίσθητος σοῦ φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Τοῦ φώτιζαν τὸ μέτωπο, σχισμένο ἀπὸ ρυτίδες,
τοῦ φεγγαριοῦ, ποὖταν χλωμό, μισόσβηστες ἀχτίδες.
Ὁλόγυρά του ὀνείρατα, κατάρες ἀνεμίζουν
καὶ στὸν ἀνεμοστρόβιλο φαντάσματα ἀρμενίζουν,
καθὼς ἀνεμοδέρνουνε καὶ φτεροθορυβοῦνε
τὴ δυσωδία τοῦ νεκροῦ τὰ ὄρνια ἂν μυριστοῦνε.

Τὸ μούγκρισμα τοῦ κύματος, τὴν ἄσπλαγχνη φοβέρα,
χίλιες φορὲς τὴν ἄκουσεν ὁ βράχος στὸν ἀθέρα
ν᾿ ἀντιβοᾶ τρομαχτικὰ χωρὶς κὰν νὰ ξυπνήσει,
καὶ σήμερα ἀνατρίχιασε, λὲς θὰ λιγοψυχήσει.
«Κῦμα, τὶ θέλεις ἀπὸ μὲ καὶ τὶ μὲ φοβερίζεις;
Ποιὸς εἶσαι σὺ κι ἐτόλμησες, ἀντὶ νὰ μὲ δροσίζεις,
ἀντὶ μὲ τὸ τραγούδι σου τὸν ὕπνο μου νὰ εὐφραίνεις,
καὶ μὲ τὰ κρύα σου νερὰ τὴ φτέρνα μου νὰ πλένεις,
ἐμπρός μου στέκεις φοβερό, μ᾿ ἀφροὺς στεφανωμένο;
Ὅποιος κι ἂν εἶσαι μάθε το, εὔκολα δὲν πεθαίνω!»

«Βράχε, μὲ λένε Ἐκδίκηση. Μ᾿ ἐπότισεν ὁ χρόνος
χολὴ καὶ καταφρόνεση. Μ᾿ ἀνάθρεψεν ὁ πόνος.
Ἤμουνα δάκρυ μιὰ φορὰ καὶ τώρα κοίταξέ με,
ἔγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Ἐδῶ μέσα στὰ σπλάγχνα μου, βλέπεις, δὲν ἔχω φύκη,
σέρνω ἕνα σύγνεφο ψυχές, ἐρμιὰ καὶ καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σὲ ζητοῦν τοῦ ἄδη μου τ᾿ ἀχνάρια...
Μ᾿ ἔκαμες ξυλοκρέβατο... Μὲ φόρτωσες κουφάρια...
Σὲ ξένους μ᾿ ἔριξες γιαλούς... Τὸ ψυχομάχημά μου
τὸ περιγέλασαν πολλοὶ καὶ τὰ πατήματά μου
τὰ φαρμακέψανε κρυφὰ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, νὰ διαβῶ, ἐπέρασε ἡ γαλήνη,
καταποτήρας εἶμαι ἐγώ, ὁ ἄσπονδος ἐχθρός σου,
γίγαντας στέκω ἐμπρός σου!»

Ὁ βράχος ἐβουβάθηκε. Τὸ κῦμα στὴν ὁρμή του
ἐκαταπόντησε μεμιᾶς τὸ κούφιο τὸ κορμί του.
Χάνεται μὲς τὴν ἄβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σὰ νἆταν ἀπὸ χιόνι.
Ἐπάνωθέ του ἐβόγγιζε γιὰ λίγο ἀγριεμένη
ἡ θάλασσα κι ἐκλείστηκε. Τώρα δὲν ἀπομένει
στὸν τόπο ποὖταν τὸ στοιχειό, κανεὶς παρὰ τὸ κῦμα,
ποὺ παίζει γαλανόλευκο ἐπάνω ἀπὸ τὸ μνῆμα.

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης — Εὐαγγελισμός - Ἑλληνισμός
«Ξυπνᾶτε ἐσεῖς ποὺ κοίτεστε, ξυπνᾶτε ὅσοι κοιμᾶστε,
τὸ θάνατο ὅσοι ἐγεύτητε, τώρα ζωὴ χορτάστε».

Μὲ μιᾶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός, τὰ σύγνεφα μεριάζουν,
οἱ κόσμοι ἐμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μία φλόγα ἀστράφτει... ἀκούονται ψαλμοὶ καὶ μελῳδία...
Πετάει ἕν᾿ ἄστρο... σταματᾶ ἐμπρὸς εἰς τὴ Μαρία...
«Χαῖρε τῆς λέει ἀειπάρθενε, εὐλογημένη χαῖρε!
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ. Χαῖρε Μαρία, Χαῖρε!»

Ἐπέρασαν χρόνοι πολλοί... Μία μέρα σὰν ἐκείνη
ἀστράφτει πάλι ὁ οὐρανός... Στὴν ἔρμη της τὴν κλίνη
λησμονημένη, ὁλόρφανη, χλωμὴ κι ἀπελπισμένη,
μία κόρη πάντα τήκεται, στενάζει ἁλυσωμένη.
Τὰ σιδερὰ εἶναι ἀτάραγα, σκοτάδι ὁλόγυρά της.
Ἡ καταφρόνια, ἡ δυστυχιὰ σέπουν τὰ κόκαλά της.
Τρέμει μὲ μιᾶς ἡ φυλακὴ καὶ διάπλατη ἡ θυρίδα
φέγγει κι ἀφήνει καὶ περνᾶ ἕν᾿ ἄστρο, μίαν ἀχτίδα.
Ὁ Ἄγγελος ἐστάθηκε, διπλώνει τὰ φτερά του...

«Ξύπνα, ταράζου, μὴ φοβοῦ, χαῖρε, Παρθένε, χαῖρε.
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ, Ἑλλὰς ἀνάστα, χαῖρε».

Οἱ τοῖχοι εὐθὺς σωριάζονται. Ἡ μαύρ᾿ ἡ πεθαμένη
νοιώθει τὰ πόδια φτερωτά. Στὴ μέση της δεμένη
χτυπάει ἡ σπάθα φοβερή. Τὸ κάθε πάτημά της
ἀνοίγει μνῆμ᾿ ἀχόρταγο. Ρωτᾶ γιὰ τὰ παιδιά της...
Κανεὶς δὲν ἀποκρένεται... Βγαίνει, πετᾶ στὰ ὄρη...
Λιώνουν τὰ χιόνια ὅθε διαβεῖ, ὅθε περάσει ἡ Κόρη.

«Ξυπνᾶτε ἐσεῖς ποὺ κοίτεστε, ξυπνᾶτε ὅσοι κοιμᾶστε,
τὸ θάνατο ὅσοι ἐγεύτητε, τώρα ζωὴ χορτάστε».

Οἱ χρόνοι φεύγουνε, πετοῦν καὶ πάντα ἐκείνη ἡ μέρα
εἶναι γραμμένο ἐκεῖ ψηλὰ νὰ λάμπει στὸν αἰθέρα
μ᾿ ὅλα τὰ κάλλη τ᾿ οὐρανοῦ. Στολίζεται ὅλη ἡ φύση
μὲ χίλια μύρια λούλουδα γιὰ νὰ τὴ χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθεὶς ἂς μεταλάβει
ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ σεῖς καὶ σεῖς οἱ σκλάβοι,
ὅσοι τὴ δάφνη στὴ καρδιὰ νὰ φέρετε φοβᾶστε,
ἀφορεσμένοι νἆστε.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Ἡ στάχτη
«κι ἄλλοτε στέκομαι στό παράθυρο καί κοιτάζω τούς περαστικούς
νά πηγαίνουν στή λήθη»

Μικρές ἀσήμαντες λεπτομέρειες πού καθορίζουν σιγά σιγά
   τή ζωή σου,
ποιά ζωή σου; Φιλοδοξίες, ἔρωτες, ἐνοχές, πανάρχαια χρέη
σπατάλησαν τή ζωή σου, τί ἔμεινε;
ἡ στάχτη τῶν περασμένων κάθεται στά ἔπιπλα, θολώνει τά
   τζάμια, τούς καθρέφτες
καί πάνω τους γράφω καμιά φορά τά ὀνόματα ἐκείνων πού ἔφυγαν
κι ἄλλοτε στέκομαι στό παράθυρο καί κοιτάζω τούς περαστικούς
   νά πηγαίνουν στή λήθη
οἱ γυναῖκες κλαῖνε θυμούμενες τά ψιθυρισμένα λόγια ἀπό παλιά
   εἰδύλλια
ὅλοι ψάχνουμε ἀπεγνωσμένα να βροῦμε ἕναν δρόμο, γιά νά
   πᾶμε ποῦ;
λοιπόν, ποῦ ζήσαμε; οὔτ' ἐδώ, οὔτ' ἐκεῖ - φτηνά ξενοδοχεῖα σέ
   μακρινές συνοικίες
μέ τά τραχωματικά λαμπιόνια, τούς βρώμικους νιπτῆρες ὅπου
   πάνω τους ἀκούμπησαν κι ἔκλαψαν, ἀνύποπτοι ἀκόμα
μελλοντικοί δολοφόνοι ἤ αὐτόχειρες -

Μιά νύχτα τοῦ καλοκαριοῦ, παιδί ἀκόμα, βγῆκα ἀπ' τό σπίτι καί
   ξάπλωσα στόν κῆπο
κι ὅπως κοίταξα τόν Οὐρανό, Θεέ μου, τι ἀπεραντοσύνη, πόσα
   ἄστρα, μ' ἔπιασε πανικός.
Ἀπό τότε ξέρω πώς δέ θά προφτάσω.

Από τη συλλογή «Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου» Α
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 433