Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Μικρή Νυχτερινή Ονειροπόληση
«οι ποιητές το βάθος της αβύσσου θα μετρήσουν.»

,
Portrait of Dr Gauchet by Vincent van Gogh

Τα βράδια συνήθως αγρυπνώ και περιποιούμαι τα λουλούδια
που είναι ζωγραφισμένα στο κάλυμμα του καναπέ
σκέφτομαι πως κάποτε κι εκείνα θ’ ανθίσουν
οι νεκροί θα ξαναγυρίσουν
τ' αγάλματα θα θυμηθούν να ξαναμιλήσουν
οι εραστές ειρήνη θα κλείσουν
αυτοί που άργησαν τον χαμένο καιρό θα ξανακερδίσουν
οι ποιητές το βάθος της αβύσσου θα μετρήσουν.

από τη Συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» 1990
Ενότητα: Α - Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 466

Τάσος Λειβαδίτης — Σελίδες ύπνου
«Εκεί που τελειώνουν τα όνειρα, εκεί αρχίζει η ζωή μας»
«σελίδες του ύπνου που κανείς δεν ξέρει να τις διαβάσει και τις/αποστηθίζουν τα πουλιά»


Εκεί που τελειώνουν τα όνειρα, εκεί αρχίζει η ζωή μας
κι α, πόσο ανυποψίαστα ζήσαμε – ο παππούς το βράδυ ξεσκόνιζε
   τη ρεντικότα του απ’ τη σκόνη της ημέρας
κι εγώ αποκοιμιόμουν στο σκαλοπάτι ενός παραμυθιού
ή ανάμεσα στα δεντρολίβανα μια μικρή σαύρα μάς τρόμαζε σαν
   ένας πρώιμος έρωτας –
κι αυτός ποιος είναι που έρχεται πίσω μας, κι αυτός ο άλλος ποιος
   είναι που ακολουθούμε
σελίδες του ύπνου που κανείς δεν ξέρει να τις διαβάσει και τις
   αποστηθίζουν τα πουλιά
παλιά βαλς στο γραμμόφωνο κ’ η αστροφεγγιά που στριφογύριζε
   καθώς χορεύαμε στον κήπο με την ωραία εξαδέρφη
κ’ ύστερα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα είδαμε να φοράει το νυχτικό
   της σα μια τριανταφυλλιά που ρίχνει μονομιάς όλα
   τα λουλούδια της –
σιωπηλό αίνιγμα του κόσμου που αναθρώσκεις με τους βραδινούς
   καπνούς
απαλό θρόισμα των δέντρων σαν ένας ποιητής να φυλλομετράει
   το βιβλίο του.

από τη Συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» 1990
Ενότητα: Α - Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 465

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Η ανάληψη
«Το άλλο πρωί έμαθα ότι έφυγε – γιατί, βέβαια, Θεέ μου,
κάπου θα υπάρχει ένας κόσμος καλύτερος… »

Νικόλαος Κουνελάκης, Η Ανάληψη (1868)
… Πιστεύω στα διστακτικά αδέξια βήματα των ταπεινών
και στον Χριστό που διασχίζει την Ιστορία…

  Πέρασαν μήνες. Το δωμάτιο δίπλα έμενε άδειο. Ώσπου ήρθε
ένας νέος ενοικιαστής. Δεν είχα δει ποτέ το πρόσωπό του, άκου-
γα μόνο, μέρα νύχτα, αδιάκοπα τα βήματά του στην κάμαρα.
«Αυτός θα πηγαίνει πολύ μακριά», σκεφτόμουν. Τέλος, ένα βράδυ
τα βήματα σταμάτησαν. «Επιτέλους, έφτασε», είπα μέσα μου με
ανακούφιση.
  Το άλλο πρωί έμαθα ότι έφυγε – γιατί, βέβαια, Θεέ μου,
κάπου θα υπάρχει ένας κόσμος καλύτερος…

από τη Συλλογή «Ο τυφλός με τον λύχνο» 1983
Ενότητα: «Ο αδελφός Ιησούς» - Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 166

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Βασιλική Δεδούση — Αγάπη

The Raising of the Cross, Peter Paul Rubens
Κι όταν ένα παιδί σε ρώτησε «Δάσκαλε, τι πα να πει Αγάπη;»
τράβηξες απ’ τους ώμους Σου της αμαρτίας το τριδέντρι
    στο χώμα το απόθεσες και
σταυρωτά καρφώθηκες 
                                      επάνω του.

Βασιλική Δεδούση — Καλαθοπλέκτες

ARTHUR HOPKINS "The Visitor" 

Μετά το μεσονύχτι ασταμάτητα
βρέφη και νήπια μες στη σιωπή πλέκουνε καλαθάκια και
    πριν χαράξει
το δρόμο παίρνουν  για τα σπίτια της δυτικής μας ερημιάς,
επαίτες βιαστικοί για δυο σταγόνες γάλα και δυο μέλι, για μια μπουκιά ψωμί
πέρα μακριά
    τα περιμένει Εκείνος
τις δυο σταγόνες γάλα, τις άλλες δύο μέλι και τη μια μπουκιά ψωμί
    να πολλαπλασιάσει
και να χορτάσει πεινασμένους, υπερπολλαπλάσιους
    των πεντακισχιλίων,
                                       της κοινωνίας της αφθονίας μας.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Νυχτερινά προνόμια
«οι άγγελοι κοιμούνται συνήθως στο πάνω πάτωμα, γιαυτό
η μητέρα μάς έλεγε να κάνουμε ησυχία το μεσημέρι»


Sleeping Child Bernardo Strozzi

Ίσως αυτή η αγάπη μας για τη ζωή είναι που μας έκανε να τα
   χάσουμε όλα
τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με τοπία του φεγγαριού
δεν έχουμε παρά μόνο μια παιδική ηλικία μέσα στον αναπόφευκτο
   κόσμο
ύστερα όλα τελειώνουν - πού να πας; η νύχτα σκέπασε την πόλη,
   τα χρόνια σε άλλαξαν
κι αυτοί που θα μπορούσαν να σ' αναγνωρίσουν πέθαναν ή άλλαξαν
   κι αυτοί
οι νεκροί κρατούν μικρά μπουκέτα σε κήπους που ξεχάσαμε
οι φερετροποιοί έχουν κι αυτοί καμιά φορά χαρούμενες σκέψεις
οι μεγάλοι δεν ξέρουν παρά ένα παραμύθι για όλα τα βράδια
οι ζητιάνοι πανάρχαιοι μνηστήρες των εκκλησιών
συχνά κάθομαι στη σκάλα και κοιτάζω το πεπρωμένο
κανείς δεν πιστεύει αυτά που βλέπω, τα γράφω κι εγώ και τα
   ταχυδρομώ στους μεταγενέστερους
μα όταν ένας άνθρωπος στο δρόμο γυρίσει και σε κοιτάξει με πόνο
   η μισή ανθρωπότητα έχει σωθεί
ή νοσταλγώ ένα ρόδο κι είμαι έτοιμος να πεθάνω για να το βρω –
είδα αγάλματα να σωριάζονται νεκρά σαν τους ανθρώπους
τραγούδια να πεθαίνουν χωρίς ελπίδα ανάστασης
οι άγγελοι κοιμούνται συνήθως στο πάνω πάτωμα, γιαυτό
   η μητέρα μάς έλεγε να κάνουμε ησυχία το μεσημέρι
αργότερα μεγαλώσαμε, γίναμε εραστές των νυχτερινών δρόμων,
   των μακρινών ταξιδιών και της μεσόκοπης θείας που μας χάρι-
   ζε φανταχτερές γραβάτες
πάθη, φιλοδοξίες, όνειρα – όλα τόσο μακρινά σαν να συνέβησαν σ’
   έναν άλλον
κι εγώ απλώς τα θυμάμαι –
τη νύχτα ο κόσμος δεν χάνεται μες στο σκοτάδι, αλλά τον παίρνουν
   μες στον ύπνο τους τα παιδιά
επιστρέφοντας κάθε στιγμή από ένα μεγάλο όνειρο που δε μ’
   αφήνει να δω καθαρά
σαν την κοπέλα που μόλις γύρισε απ’ τον εραστή της στο φτωχό
   πατρικό σπίτι, οι άλλοι έχουν αποφάει, κάθεται τότε μόνη στο
   τραπέζι και τρώει σιγά – σιγά τις κρύες φακές, ενώ τα μάτια της
   μεγάλα κι ασάλευτα κοιτάζουν το κενό –
κι εσείς, νεκροί μου σύντροφοι, καμιά φορά βαδίζω μαζί σας και
   το παλτό μου ανοίγει σαν φτερούγα,
ύστερα ακουμπάω κάπου κι ονειροπολώ ή μοιράζω την αστροφεγγιά
   στους άτυχους αυτού του κόσμου
κ’ η νύχτα είναι συχνά τόσο όμορφη σα να ‘χεις υπάρξει κι άλλοτε
   ή να ‘χεις πεθάνει αναρίθμητες φορές
λέξεις τρομερές σαν προδοσίες κι άλλοτε παρήγορες σαν παλιές
   φιλίες
μες στη μουσική είμαστε όλοι αιώνιοι για μια στιγμή
και το πρωί ξυπνάω συνήθως νωρίς – ακριβώς την ώρα που
   ανεβαίνω στη λαιμητόμο.

Από τη Συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή», 
(Κάτω απ' τον ίδιο αστερισμό) 1985
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 243-244