Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Ἐπάρκεια
Εἶναι κοντά μου ἐδῶ κι ὁ Ἁϊ – Γιώργης/ὁ μόνος μου γείτονας.

  Άι Γιώργης Κουρκούτα
Εἶναι κοντά μου ἐδῶ κι ὁ Ἁϊ – Γιώργης
ὁ μόνος μου γείτονας. Κατοικεῖ
στό ἐκκλησάκι πού χτίσαν γι’ αὐτόν
καί τό ἄσπρο του ἄλογο οἱ πρόγονοι.
Κι ἀπό τότε δέν ἔπαψε νά δέχεται
πότε μικρές ἀνεμῶνες, πότε χρυσάνθεμα
καί πότε μυρτιές πού τοῦ φέρνουνε
οἱ ἐπισκέπτες του. Πηγαίνω κ’ ἐγώ,
τόν βλέπω συχνά, αλλά μόνο
σάν φίλος του. Δέν μοῦ χρειάστηκε
τίποτα. Μοῦ ἐδόθη ἐξαρχῆς ὅ,τι
εἶχα ἀνάγκη νά πορέψω
τό βίο μου.
Κ’ ἔχω μέσα μου
ἀκόμη ψωμί καί νερό.

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Θανάσης Χατζόπουλος — Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται 
Ονειρεύεται 
Στο λίκνο της ανάσας του 
Βγάζει έναν φθόγγο, έναν αναστεναγμό 
Ακούγεται μια φυσαλίδα ν’ ανεβαίνει 

Ύπνε που φέρνεις τα παιδιά, έλα φέρε και τούτο… 

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται 
Ταξιδεύει 
Στο κύμα του ιδρώτα του 
Πνέει η αύρα της ζωής με τις εικόνες της 
Στο άλμπουρο χτυπάει το πανί, τεντώνεται 

Ύπνε που φέρνεις τα παιδιά, έλα φέρε και τούτο… 

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται 
Μεγαλώνει 
Έναν έρωτα που βρίσκει μες στο σώμα του 
Μια ιστορία στους χτύπους της καρδιάς του 
Στους βράχους της αλλάζει τη ροή της 

Ύπνε που φέρνεις τα παιδιά, έλα φέρε και τούτο… 

Ένα παιδί την ώρα που κοιμάται 
Διασταυρώνεται 
Στ’ αλώνια με του Διγενή το πάθος 
Τα πόδια του απλώνει και σηκώνεται με μια κραυγή 
Ένα σπαθί γυαλίζει πλάι στο γυμνό του κράτος
Από τη συλλογή «Πρόσωπο με τη γη»
εκδ. Γαβριηλίδης, 2012
andro

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Μάνα και Γιος (1940)
«Κι οἱ μάνες τὰ κοφτὰ γκρεμνὰ σὰν Παναγιὲς τ’ ἀνέβαιναν.
Μὲ τἠν εὐκὴ στὸν ὦμο τους κατὰ τὸ γιὸ πηγαίναν»


Στῆς ἱστορίας τὸ διάσελο ὄρθιος ὁ γιὸς πολέμαγε
κι ἡ μάνα κράταε τὰ βουνά, ὄρθιος νὰ στέκει ὁ γιός της,
μπροῦντζος, χιόνι καὶ σύννεφο. Κι ἀχολόγαγε ἡ Πίνδος
σὰ νἆχε ὁ Διόνυσος γιορτή. Τὰ φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι ἀναπήδαγαν τὰ ἔλατα καὶ χορεύαν
οἱ πέτρες. Κι ὅλα φώναζαν:
«Ἴτε παῖδες Ἑλλήνων…»
Φωτεινὲς σπάθες οἱ ψυχὲς σταύρωναν στὸν ὁρίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οἱ μάνες τὰ κοφτὰ γκρεμνὰ σὰν Παναγιὲς τ’ ἀνέβαιναν.
Μὲ τἠν εὐκὴ στὸν ὦμο τους κατὰ τὸ γιὸ πηγαίναν
καὶ τὶς ἀεροτραμπάλιζε ὁ ἄνεμος φορτωμένες
κι ἔλυνε τὰ τσεμπέρια τους κι ἔπαιρνε τὰ μαλλιά τους
κι ἔδερνε τὰ φουστάνια τους καὶ τὶς σπαθοκουποῦσε,
μ’ αὐτὲς ἀντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα τὴν πέτρα
κι ἀνηφορίζαν στὴ γραμμή, ὅσο ποὺ μὲς στὰ σύννεφα
χάνονταν ὁρθομέτωπες ἡ μιὰ πίσω ἀπ’ τὴν ἄλλη.

1940

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Ἡ γραφή μου
«Νά γράψω/τή γλώσσα τῶν λυγμῶν πού εἶναι μία/σ’ ὅλο τόν κόσμο.»

War Pieta by Max Ginsburg
Ἔμαθα γραφή καί ἀνάγνωση (πρίν
ἀπό τή γραφή καί πρίν από τήν ανάγνωση)
γιά νά γράψω τή μέρα, τή νύχτα, τό φῶς,
προπαντός τούς πολύχρωμους ἐκείνους ψιθύρους
πού βρίσκονται μέσα μου. Νά γράψω
τή γλώσσα τῶν λυγμῶν πού εἶναι μία
σ’ ὅλο τόν κόσμο. Τίς μητέρες – Μαρίες
πού ἄν ξεκινούσανε ὅλες μαζί,
ἡ μαύρη πομπή τους θά σχημάτιζε
ζώνη γύρω ἀπ’ τή γῆς.
Ὅλες τοῦτες
οἱ πέτρες πού βρίσκονται γύρω μου
εἶναι πλάκες τοῦ Θεοῦ ὅπου πάνω τους,
ἔμαθα γραφή καί ἀνάγνωση,
νά γράψω μέ μιά κιμωλία τήν ἀγάπη.
"ΗΛΙΑΚΟΣ ΛΥΧΝΟΣ", 1984

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — «Σᾶς ρωτᾶνε «Γιατί!» Ἀπαντῆστε τους!
Ἀνάψτε ἕνα φῶς. Ἀπαντῆστε τους!»

Never forget this 10yrs old boy was sleeping under a bus shelter 
in a morning day of October!
Ἀνταπόκριση από τους τοπικούς πολέμους
Κοιτώντας τόν κόσμο μας, διεσταλμένα
ἀπ’ τόν τρόμο τά μάτια τῶν παιδιῶν
μεγαλώνουν ὁλοένα καί περισσότερο.
Οἱ λέξεις πού ἔμαθαν ἔγιναν
ὅλες τους μόνο μιά λέξη, ἕνα «Γιατί!»
Τά μάτια τους εἶναι μιά ἀνταπόκριση
πού χωρίς διακοπή μεταδίδεται
σέ ὅλους τούς κοιμώμενους λῆπτες
τ’ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Ἀπαντῆστε τους!
Σᾶς ρωτᾶνε «Γιατί!» Ἀπαντῆστε τους!
Ἀνάψτε ἕνα φῶς. Ἀπαντῆστε τους!

"Ο ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ" - 1983

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Νίκος Γκάτσος — Δάκρυα του Φθινοπώρου
«Σε τραγούδησα/σα μιαν απέραντη αμμουδιά
σα μια ροδιά/χωρίς κλαδιά.»

Φθινοπώριασε κι άκουσα
το στερνό τ’ αντίο σου
φθινοπώριασε κι έκλεισα
το πικρό βιβλίο σου.

Σε τραγούδησα
σα μιαν απέραντη αμμουδιά
σα μια ροδιά
χωρίς κλαδιά.
Σε τραγούδησα
σα μια μεγάλη ακρογιαλιά
σα μια φωλιά
χωρίς πουλιά.

Φθινοπώριασε κι έσβησε
το ξανθό σου το αστέρι φθινοπώριασε
κι έγινε βορινό πια τ’ αγέρι.